Αλάτι. Που λείπει. (Μέρος τρίτο)

Η γιαγιά Λίτσα του έμαθε πως είναι ν’ αγαπάς την πρώτη ύλη, να τη σέβεσαι, να χαίρεσαι στην προετοιμασία -σαν παιδάκι που λαχταρά να γλείψει τη μαρίζ με το ωμό κέικ. Το ζύμωμα ήταν το ατού της γιαγιάς Λίτσας· μετέπειτα αδυναμία και σπεσιαλιτέ του Μάκη. Έκανε καταπληκτικές τάρτες, ζύμες, πίτσες, πίτες και φυσικά τα νοστιμότερα και πιο αφράτα φουσκαλωτά ψωμιά όλων των ειδών. Μαύρα, πολύσπορα, μονόκοκκα, με σουσάμι, γλυκά, προζυμάτα, χωριάτικα, μαλακά, ζεστά. Είχε κληρονομήσει το χέρι της γιαγιάς και χάιδευε τη ζύμη, της μιλούσε, τη θώπευε.

Αντίθετα με τις ζύμες και το σώμα του, τα χέρια του μόνο πλαδαρά δεν ήταν. Είχαν μια αίγλη, μια ακινησία στην κίνησή τους· μοναδική. Μόνο τις απαραίτητες φιγούρες έκαναν όσο δούλευαν κι αν ήσουν ζύμη θα παρακαλούσες να σε έχει στα χέρια του λίγο ακόμα, κι άλλο λίγο, κι άλλο… Έκανε μαγικά με τα δάχτυλά του. Μπορεί για ώρες να πιλάτευε ένα φαγητό, έκανε στο φινάλε μια-δυο κινήσεις και το αποτελείωνε σαν σε χορογραφία. Ήταν απόλαυση να τον κοιτάζεις. Μέχρι να συνέλθεις από το χάζι, είχε γαρνίρει και στο σέρβιρε· τόσο ακαταμάχητος. Αυτά, τις καλές ημέρες. Όταν είχε ταχυπαλμίες… Καλύτερα να έλειπαν όλοι από το οικοδομικό τετράγωνο.

Δεν ανεχόταν ν’ ακούει το παραμικρό. Και ο πιο σιγανός ήχος, εάν ήταν επαναλαμβανόμενος, τον εξόντωνε. Η καρδιά του δεν πάθαινε τίποτα φυσικά –άλλωστε δεν είχε εκείνη το πρόβλημα. Το μυαλό του Μάκη είχε το θέμα, εξ’ ου κι οι ήχοι διογκώνονταν. Έκαναν ηχώ μέσα στο κεφάλι του: την ίδια στιγμή που το νόμιζε άδειο, την ολόιδια ήθελε να το λιώσει να μην σκέφτεται τίποτε πια.

Ημέρα Τρίτη. Δεν δείχνει κάτι ιδιαίτερο αυτή η ημέρα. Όπως και με τις περισσότερες που τον πιάνει πανικός, έτσι κι η σημερινή, μια Τρίτη κοινότυπη, σχεδόν βαρετή, σαν τις άλλες. Ξύπνησε στις επτάμιση. Άνοιξε τα μάτια του κι έψαξε τον ήλιο απ’ το παράθυρό της κρεβατοκάμαρας που κοιτούσε νότια. Η Μελίνα μόλις είχε φύγει για δουλειά. Έμεινε έτσι ακίνητος με ανοιχτά μάτια, χωρίς να τ΄ ανοιγοκλείνει, στο υπερπέραν στυλωμένα. Σκεπτόταν τι πρέπει να κάνει και πώς, πότε θα βρει δουλειά, αν θα έχει σήμερα έμπνευση να γράψει καμιά συνταγή, πότε θα τον χωρίσει η Μελίνα, πού να βρίσκεται η γιαγιά του που έχει πεθάνει, πόσο άνισο είναι που το αλάτι έχει καθιερωθεί να μετριέται με τη μονάδα μέτρησης της «πρέζας» και του «πολύ-λίγο-ελάχιστο», αν θα βρέξει, και επιτέλους πού έχει καταχωνιάσει την κίτρινη μαρίζ, αυτή που του είχε κάνει δώρο η γιαγιά Λίτσα στα δέκατα γενέθλιά του. Α, μα βέβαια! Στην κούτα.

Πετάχτηκε από το κρεβάτι, μπήκε με δυο δρασκελιές στο μπάνιο, ψηλάφησε και βρήκε την οδοντόβουρτσα ενώ κοιταζόταν στον καθρέπτη με αποδοκιμασία. Φορούσε το αγαπημένο του μπλουζάκι που έγραφε: #sorrynotsorry· αυτό που φορούσε όταν ήθελε όλα να πάνε –με το ζόρι– καλά ή όταν είχε κάποιο κακό προαίσθημα και ούτε στον εαυτό του δεν το παραδεχόταν. Ανασήκωσε τη λαιμόκοψη και σκουπίστηκε με το εσωτερικό της (βαρέθηκε να φτάσει την πετσέτα). Σήμερα είπαμε, είναι μια Τρίτη απλή, κλισέ, αδιάφορη. Ίσως και κατά τι καλύτερη από τις άλλες, εφόσον του επέτρεψε να θυμηθεί πού έχει βάλει την αγαπημένη κίτρινη μαρίζ του. Μπήκε στην κουζίνα, έβαλε γαλλικό να βράζει και άνοιξε την μπαλκονόπορτα να πάει στην αποθήκη. Μέχρι να γίνει ο καφές θα ψάξει.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Καλά Χριστούγεννα και Καλή Χρονιά!

Αλάτι. Που λείπει. (Μέρος δεύτερο)

Δεν είχε σβήσει τα 40 ακόμα, ο Μάκης. Γυμνασμένο δεν τον έλεγες, ούτε και πλαδαρό. Ατημέλητο, αφρόντιστο ίσως. Ενώ είχε μυϊκή μνήμη (έπαιζε ποδόσφαιρο πιτσιρικάς) δεν επεδίωκε να σουλουπωθεί. Τα έριχνε όλα στη δοκιμή των φαγητών που ετοίμαζε: «Να μη δω το αλάτι»; Σε άλλα νέα, έπινε μόνο κρασί, ήταν ειρηνικός, ευαίσθητος με τη ρύπανση ενώ είχε καλή σχέση ‒φαινομενικά πάντα‒ με τους γονείς του. Αυτά τα παιχνίδια του μυαλού του, συνέβαιναν τα τελευταία δύο χρόνια. Είχαν μαζευτεί πολλοί δράκοι εκεί στις γωνίες που τα στρίμωχνε και τώρα αντεπιτίθενται όλοι μαζί.

Άνοιγε το βαλιτσάκι με τα φάρμακα, τα κοιτούσε καλά, έπαιρνε βαθιές αναπνοές από το στόμα, όχι από τη μύτη. Όταν ρουφούσε αέρα από τη μύτη ένιωθε να μπαίνει από μια χαραμάδα μονάχα, σαν να του την έκλεινε κάποιος. Του θύμιζε τον πνιχτό αέρα που έβγαινε τσιριχτά από το στόμιο των μόλις φουσκωμένων μπαλονιών που τέντωνε όταν ήταν μικρός για να ξεφουσκώσουν βασανιστικά και φασαριόζικα· ταυτιζόταν, και τον έπιανε μεγαλύτερη δύσπνοια.

Τα ηρεμιστικά και μόνο που τ’ αντίκριζε, τον ηρεμούσαν κάπως. Θέλετε επειδή τα είχε εκεί μπροστά του δεκανίκι, θέλετε επειδή πείσμωνε με τον εαυτό του πως δεν τα χρειάζεται, το placebo λειτουργούσε σε κάποιες ήπιες περιπτώσεις. Τις βαριές μέρες, απλά τα κατάπινε. Δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο. Και έπεφτε για ύπνο. Να μην σκεφτεί ούτε φαγητά, ούτε μπαχάρια, ούτε αντικολλητικές κατσαρόλες, αποτυχίες, βιβλία συνταγών και επιτυχίες που δεν ήρθαν. Κοιμόταν σαν παξιμάδι, ξερός. Αυτό –είχε παρατηρήσει‒ του έδινε μια κάποια ελευθερία, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται. Ο σεφ μας, έπασχε ξεκάθαρα πάντως από κρίσεις πανικού, κρίσεις μέσης ηλικίας, υπαρξιακές κρίσεις, κρίσεις ταυτότητας, επιθυμιών και κρίσεις αναγκών.

Στην καθημερινότητά του τίποτα από τα παραπάνω δε φαινόταν. Το έκρυβε, το μάζευε, λίγο αποτραβιόταν από τα εγκόσμια, κάπως το κουκούλωνε. Εκτός από τη γυναίκα του, Μελίνα, και τους γονείς του κανείς άλλος δεν το γνώριζε. Η Μελίνα, παρ’ ότι κι εκείνη αγχώδης, είχε βρει τη διέξοδό της: έτριβε τις φτέρνες της, τις μπανιέρες και τα καρότα κι εκτόνωνε την έντασή της. Πήγαινε και λίγο γυμναστήριο, σήκωνε βάρη, ίσιωνε, κι επέστρεφε σπίτι μετά τη δουλειά, αποκαμωμένη να σκεφτεί κάτι πέρα από το πλύσιμο των δοντιών. Α, και έτρωγε πολλά μακαρόνια. Αυτό ήταν το γνωστό-άγνωστο μυστικό της, που το είχε ανακαλύψει ο Μάκης και το αξιοποιούσε στο έπακρο. Σαν καλός σύζυγος, τις δύσκολες ημέρες που διαφαίνονταν στο βάθος κήπος, ετοίμαζε μακαρόνια με: γαρίδες, κοτόπουλο, μπέικον, χταπόδια, αματριτσιάνες, πουτανέσκες, με σκόρδα, μ’ ελαιόλαδο… Ή ριζότο. Τη δουλειά την έκανε εξίσου καλά. Μαζί με τον βασιλικό, ποτιζόταν κι η γλάστρα. Ευφραινόταν κι εκείνος με τόσον υδατάνθρακα σε εβδομαδιαία διάταξη. Έτρωγαν κι από ένα παγωτό πριν σηκωθούν από το τραπέζι και τους έπαιρνε ο ύπνος μακάρια.

Η Μελίνα δούλευε χρόνια σε μια εταιρία εισαγωγών-εξαγωγών κρασιού. Ήταν καλή σ’ αυτό που έκανε, μιλούσε Γαλλικά, ταξίδευε συχνά και σε κάποια οινογνωσία, είχε γνωρίσει και τον Μάκη. Εκείνος τότε μεσουρανούσε, πολύ δυναμικός, πετούσε. Στο τρίτο καλύτερο εστιατόριο των Αθηνών, sous-chef (δεύτερος στην κουζίνα, όχι ακόμη πρώτος). Ζούσε ένα παραλήρημα. Όλα στο fast forward. Δεκατέσσερις ώρες ψηνόταν, ύστερα μπάνιο κι όποτε το επέτρεπαν τα ωράρια, έτρεχε να δοκιμάσει ή να κατασκοπεύσει σε κάποιο άλλο εστιατόριο το μενού. Γερό πιρούνι, ζηλευτή κράση. Είπαμε, όχι πλαδαρός, κάπως στιβαρός.

Ήταν κι οι δυο στα 30 τους όταν βρέθηκαν κι ερωτεύτηκαν. Όχι κεραυνοβόλα: σταδιακά. Αγαπήθηκαν χωρίς τους μελοδραματισμούς του έρωτα. Είχαν υποσχεθεί στους εαυτούς τους (απ’ όσα εκμυστηρεύτηκαν αργότερα ο ένας στον άλλον) πως ήθελαν να σοβαρευτούν και να κατασταλάξουν. Το μυαλό του Μάκη όμως τώρα, 10 χρόνια αργότερα, έσκουζε σαν σειρήνα, συναγερμός· σαν ένα κύμα που ερχόταν με φόρα, δε σταματούσε, ρυθμικά οι σκέψεις μπλεγμένες τον κατέκλυζαν. Σήμερα, μια παραβρασμένη μακαρονάδα με τυρί που είχε φάει με ναυτία στο καράβι για Μυτιλήνη πριν 27 χρόνια είχε μπλεχτεί με τα άσπρα μαλλιά της γιαγιάς του που του εμφύσησε την αγάπη για τη μαγειρική…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Αλάτι. Που λείπει.

Ακούμπησε το μισό ηρεμιστικό πάνω στο τετράδιο συνταγών του. Σκέφτηκε: «Να το πάρω ή να γράψω;» κι ανέπνευσε μέχρι το τέσσερα κι εξέπνευσε γι’ άλλον τόσον χρόνο, και ξανά και πάλι κι ύστερα χασμουρήθηκε. Γύρισε στο πλάι κι άναψε το φως. Το κομοδίνο φωτίστηκε κι εκείνος, έτσι ξαπλωμένος, αντί για το ταβάνι κοιτούσε -χωρίς να βλέπει, το παράθυρο απέναντί του: την ταράτσα μιας πολυκατοικίας, κεραίες κι ουρανό. Το μισό κρεβάτι ήταν στρωμένο. Απ’ έξω, ένας φωσφορούχος σχεδόν ήλιος, έδειχνε το μισό δωμάτιο σκοτεινό, οι σκιές των τοίχων γίνονταν εντονότερες, πιο σκούρες.

Δύο αυγά μελάτα έβραζε να φάει για πρωινό κι έκοβε μια σαλάτα για βραδινό. Για μέρες… Η πραγματικότητά του όμως ήταν σφιχτή, καυτερή κι άοσμη. Το μυαλό του ακινητοποιημένο σε κινούμενη άμμο ενώ η ζωή του -από εμφάνιση τουλάχιστον- έσκιζε. Ζηλευτό διαμέρισμα στο ρετιρέ ωραιότατου προαστίου, θέα στο πάρκο, δυο πεταλιές από τη θάλασσα, βεβαίως…Παντρεμένος με μια καλλονή (όπως την ήθελε και ο πατέρας του –αν και στον πατέρα του άρεσαν όλα τα θηλυκά αρκεί να έδειχναν και να ήταν πρόστυχα). Με την καλλονή του, λοιπόν, μια γάτα, λίγους φίλους, πολλούς γνωστούς και ένα έμφυτο χάρισμα στο φαγητό, στη μαγειρική.

Το αναδείκνυε σε θυσία. Τέτοιο τελετουργικό: μυστήριο! Όχι μονάχα το μαγείρεμα per se. Από την έρευνα για πρώτη ύλη, έως τη χώνεψη, το μεράκι του Μάκη ξεχείλιζε. Μόνο περί τις τέσσερις ώρες την ημέρα δεν απασχολούσε το μυαλό του για φαγητό. (Όχι,  δεν κοιμόταν εκείνες τις ώρες. Και στον ύπνο του, ζύμες έπλαθε). Ήταν οι ώρες που μεσολαβούσαν των γευμάτων, όπου κατέβαινε το αίμα στο στομάχι και στέρευε το κεφάλι του. Εκείνες λοιπόν τις ώρες, με ωμό και στείρο κεφάλι από δημιουργία, θα έβρισκε εκείνο πάντα χώρο να τον τσουρουφλίζει, να τον αρρωσταίνει.

Του ξυπνούσε μνήμες από δουλειές που τελευταία είχε απορρίψει, από το βιβλίο που δεν είχε καταφέρει να αποτελειώσει εδώ και έναν χρόνο, από τα αναρίθμητα αποτυχημένα φαγητά που έχουν ετοιμάσει τα χέρια του, από τα καμένα, απ’ όλα τέλος πάντων τα κακά που τον έχουν βρει… και φυσικά μόνον αυτά. Τα καλά αυτόματα τα παραμέριζε ο νους του, για να του υπενθυμίζει κάτι τέτοιες ώρες πως είναι και αχάριστος συν τοις άλλοις που δεν εκτιμά αυτά που έχει. Τον έπιανε δύσπνοια, ζαλάδα, υπερδιέγερση εντέρου, πόναγε στο στήθος, μια στεναχώρια, κλεισούρα, τρόμος, έσβηνε… Πριν λιποθυμήσει –έτσι νόμιζε τουλάχιστον‒ άνοιγε μηχανικά το βαλιτσάκι του με τα φάρμακα. Είχε προμηθευτεί όλα τα ηρεμιστικά της αγοράς μέσω ενός καλοφαγά φίλου του γιατρού και τα κοιτούσε κάθε φορά αποσβολωμένος κι ανήμπορος να αποφασίσει αν πρέπει να τα πάρει όλα μαζί, ένα ένα ή μισές δόσεις.

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

Εννιά

Τα σκυλιά αλυχτούν
στην έλευση του φθινοπώρου·
για τα φύλλα που θα πέσουν
και τις βρεγμένες γόπες στα χείλη·
κλαίνε.
Τα σκυλιά γαβγίζουν τη γύμνια
Και τ’ αυτιά τους κουρνιάζουν
στο παρελθόν·
ενώ τα φύλλα αλέθονται.
Πιο αυθεντικά οι εποχές αλλάζαν.
Τερμάτιζαν η μια μέσα στην άλλη.
Τα σκυλιά αλυχτούν και σημαίνουν τις μυρωδιές
τις αλλαγές έξω και μέσα. Βρέχει.

Σ.

7:15 με την αλμύρα στα μαλλιά

έφυγε το καράβι, έφυγες κι εσύ

πουθενά δεν στέκομαι και δεν μπορείς να είσαι παντού,

όπου μπλε κι εμείς εκεί.

Η αλμύρα σου τρώει και το κορμί, στο τρώει από το πρωί.

Πήγες ανάποδα από τον άνεμο, φοβήθηκες για μας

άνοιξες τα μάτια σου μεσοπέλαγα, έτσουξαν.

Η αλμύρα, ο βοριάς, εσύ κι εγώ για τέσσερις μέρες.

Ο Αχιλλέας άφαντος. Τον έψαξες στα μάτια σου: τον φαντάστηκες κορίτσι,

στο λιμάνι· σαν να τον άκουσες να έρχεται…

Πήγαινέ με ξανά: έλα πάρε με, καβάλα στ’ άλογο.

Θα σε περιμένω με το Αιγαίο στα μαλλιά. Νύχτωσε.

Τα μάτια γουρλωμένα αλλά λοξά,

σαν πίνακας του Φ.

 

Καλό Καλοκαίρι! Ραντεβού τον Σεπτέμβρη! 

Τα βιβλία

Αυτή η απραγία, η νωχελικότητα, αυτός ο θάνατος των πράξεων που φέρνει η ανάγνωση… Το ταξίδι μέσα και πίσω από τις λέξεις.  Αυτά που πάντα λαχταρούσε, στα βιβλία βρίσκονται. Στα χαρτιά και τα μελάνια: τα ευωδιαστά. Όλα τ’ άλλα μοιάζουν άνοστα, αποστειρωμένα, στεγανά. Κάθε που γεννιούνται, πεθαίνουν άγνωστα και μόνα. Πεθαίνουν βαριεστημένα από τις μικρές ζωές τους.

Οι λέξεις όμως ζουν και βασιλεύουν. Με πνευμόνια και σπαθιά: χάλκινα, χρυσά, αθάνατα. Σε βυθίζουν, σε πετούν, σε γκρεμίζουν και πάλι από την αρχή. Από κεφάλια κεφαλαία. Ποτέ πεζά. Ποιητικά, χαμογελαστά κι ειρωνικά, σε παίρνουν απ’ το χέρι. Σου δείχνουν μέρη και γωνιές που αυτοί κι άλλοι μαζί έχουν πλάσει. Σελίδες και γράμματα, μεγαλύτερα κι από εκείνους. Δοσμένα απλόχερα, χαρισματικά κι από ανάγκη. Λέξεις τυπωμένες, να τις κρατούν σφιχτά τα χέρια.

Αυτές διάβαζε και την πήγαιναν όπου δεν υπάρχει καν μέρος για να πας. Εκεί όπου δεν ήταν ποτέ κανείς κι όλοι μαζί εκεί. Από λέξεις φτιαγμένα όλα. Αυτές που δόθηκαν σ’ εκείνα και στ’ άλλα. Ανελέητες, δυναμικές. Κι όταν κάνει να τις πιάσει, φεύγουν μακριά μ’ ένα τίναγμα των μαλλιών τους. Αλλοπαρμένες, αλαφροΐσκιωτες. Τη στοιχειώνουν στον ύπνο. Βλέπει άλλων όνειρα, μπλεγμένα στα δικά της, ενωμένα με συνδέσμους: κόμματα, τελείες και θαυμαστικά. Λέξεις ακούραστες, μαγικές, αλλόκοσμες. Τώρα πια δικές της.

Κάποτε προσπάθησε ν’ αδειάσει το μυαλό της απ’ τον πλούτο: προσποιήθηκε το κενό. Να μην διαβάσει τίποτε πια· για χρόνια ή μονάχα ημέρες (το ίδιο της φαινόταν). Να ζήσει τη ψυχρή υποκειμενική αλήθεια: αυτή τη ζωή που φαίνεται. Τα γραμμένα που’ χε δει, για δυο ζωές της φτάνουν. Μα μακριά από εκείνα δεν άντεξε. Αγκάλιασε το πιο βαρύ βιβλίο της και ρίχτηκε στις ράγες. Εκείνη κι αυτό μαζί, να γίνουν ένα νέο· να το διαβάζεις εσύ κι εγώ.

 

(Το διήγημα έχει συμπεριληφθεί στο #3 τεύχος της Άνω Κάτω Τελείας [ΑΚΤ] ψηφιακού περιοδικού του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ,   http://www.theatre.uoa.gr/ereyna/ekdoseis/hlektronikes-ekdoseis/anw-katw-teleia-akt.html)

Βασίλισσα

Από τα κομμένα λουλούδια δε θα τρυγήσουν οι μέλισσες. Θα μείνουν στο βάζο να γίνει η γύρη τους καπνός, μες στα ρουθούνια μας να μπλέξει.

Στα κομμένα λουλούδια δε θα βουτήξουν οι μέλισσες ‒τσουλήθρα στα πέταλά τους δε θα κάνουν. Αυτές οι μέλισσες που τώρα πια τελειώνουν… Μέλι στο μέλλον μάλλον δε θα’ χει για τούτα τα χείλη.

Τσίμπα με να ξυπνήσω και πέθανε έναν θάνατο που διάλεξες. Μύρισε στα ρουθούνια μου τη γύρη που σου έλειψε· πάρε με μαζί σου, μη μ’ αφήνεις.

 

Καλό Πάσχα!