Στο υπόγειο

Τρία μέτρα κάτω από το σπίτι τους, έζησαν τριακόσιοι Αρμένιοι. Τότε που έπρεπε να ζουν κρυμμένοι ή αλλιώς να μη ζουν καθόλου.  Από πάνω, δύο κορίτσια μεγάλωναν στους ψιθύρους. Σιωπούσαν φοβισμένα για τις ίδιες και για τους ανθρώπους κάτω από τα πόδια τους.

Ο Παντελής, καλός πατέρας, προεστός, έμπορος, καλοσυνάτος, αντάρτης· επαναστάτης. Ήταν νέος, δίκαιος. Έλληνας του Πόντου. Όχι Αρμένης. Είχε χρήματα και φιλότιμο. Αυτά ήταν αρκετά για να τους φυλάξει στο υπόγειο και να σωθούν. Μέχρι που τον κρέμασαν, για παραδειγματισμό, μια παγωμένη ημέρα στην πλατεία της Σαμψούντας. Είχε προλάβει ωστόσο να ναυλώσει καράβι, λίγο πριν να μπει το ΄19. Τους έκρυψε στα εμπορεύματα που έστελνε στην Κωνσταντινούπολη.

Σώθηκαν κι οι δυο, μικρές ακόμα τότε, κόρες του. Τις ανέλαβε ο αδερφός του. Δραπέτευσαν στη Ρωσία, μετά στην Ελλάδα κι από εκεί στον Καναδά, όπου και εγκαταστάθηκαν. Εκεί γεννήθηκαν δύο εγγόνια του, από τη μία του κόρη. Την ιστορία του γενναίου παππού τους Παντελή, την έμαθαν από τη μάνα και τη θεία τους. Την άκουγαν κι από άλλους ομογενείς. Τώρα πια, όχι ψιθυριστά.

Μετά από είκοσι χρόνια, η Ήρα, η μία εγγονή, πήγε για σπουδές στο Παρίσι. Απέναντι από το δώμα που έμενε, ένας στριφνός, αγέλαστος, τσιγκούνης, βλοσυρός γέρος είχε φούρνο. Όλοι τον φοβούνταν. Λαχταρούσε τις τυρόπιτές του, αλλά στο τέλος του μήνα τελείωναν τα χρήματά της κι έμενε νηστική. Ο γεροτσιγκούνης, ούτε ν’ ακούσει για βερεσέ. Ούτε νέους ήθελε. Έμοιαζε να μη θέλει κανέναν άνθρωπο. Η Ήρα έμαθε πως ήταν Αρμένης.

Μια μέρα που πεινούσε πάρα πολύ, μπήκε μέσα στον φούρνο με φόρα. Μ΄ αυτήν τη ξεδιάντροπη νεανική αφέλεια.  Άρχισε να του λέει τα παράπονά της και πως δεν θα χάσει τα χρήματά του και πως θα πρέπει να τη λυπηθεί που πεινάει και να της δώσει, έστω με πίστωση, κάτι να φάει. Και πως τελικά, είναι ανθρώπινο να πεινά ο διπλανός σου και εσύ να τον βοηθάς. Και πως αυτό το έμαθε από τον παππού της που μπορεί να μην τον γνώρισε αλλά ξέρει πόσο έχει βοηθήσει άλλους που είχαν ανάγκη στην Σαμψούντα. Ειδικά Αρμένιους. Μόνο τότε, ο καμπουριασμένος γέρος σήκωσε το βλέμμα του και τη ρώτησε πώς λεγόταν ο παππούς της. Η Ήρα απάντησε με μια ξελιγωμένη παραίτηση: «Ποιμενίδης».

Τότε εκείνος έκανε δύο βήματα πίσω, γούρλωσε τα μάτια, και σε μια στιγμή είχε πέσει στα γόνατα. Έψαξε το χέρι της, το φίλησε και έκλαψε πολύ. Όσο και τότε. Στο υπόγειο του παππού της.

3 thoughts on “Στο υπόγειο”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s