Ο παππούς και ο Γιάννης

Έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πηδούσε ξύλινους φράχτες, λακκούβες με πρωτοβρόχινο νερό. Προσπερνούσε καμήλες, καρότσες, πραματευτάδες. Είχε έρθει ο Μιχάλης και έπρεπε να τον δει και να του μιλήσει. Να δει με τί μοιάζουν οι γενναίοι· ο μεγάλος του ξάδερφος. Είχε μάθει πως ήταν τραυματισμένος στο μέτωπο πολεμώντας. Είχε οικογένεια πίσω στην Αθήνα. Και τώρα είχε έρθει να δει τους θείους του στη Σμύρνη.

Λίγες μέρες πριν, ο Γιάννης είχε χάσει πατέρα και παππού μέσα σ’ ένα μήνα. Είχε χάσει δύο πατεράδες. Ο παππούς ήταν αυτός που τον μεγάλωσε, όταν η μάνα του πέθανε στη γέννα της μικρής αδερφής του. Η οποία κι αυτή πέθανε στην έλλειψη της μάνας. Κι ήταν μόλις δεκατριών χρόνων τώρα. Ορφανός, ανήσυχος και άδειος.

Τον πήρε ο θείος Στέφανος στο καφενείο του στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Το σπίτι που θα έμενε, από πάνω. Έβλεπε όλων των λογιών τους εμπόρους και τα καλά του κόσμου που μετέφεραν. Από το μπαλκόνι του έβλεπε και το πράσινο ψηλά και το μπλε χαμηλά, μέχρι που αυτό χανόταν στον ορίζοντα. Αυτός ήταν ο δικός του κόσμος. Καμιά φορά τον έπαιρναν στ’ αμπέλια και τα χωράφια για να μαθαίνει πώς βγαίνει η σταφίδα και πώς τα καπνά. Τώρα όμως όλα αυτά δεν ήταν αρκετά. Είχε έρθει ο Μιχάλης και ήθελε να κοιτάξει μέσα από εκείνον· εκεί που δεν έφταναν τα δικά του μάτια.

Τον περιεργαζόταν, σώπαινε. Κοιτούσε μια αυτόν μια τους συγγενείς του. Είχαν στρώσει στο μεγάλο τραπέζι έξω από το μαγαζί και έπιναν κρασί για το καλωσόρισμα. Ανέπνεε βαθιά να πάρει κουράγιο και γέμιζαν τα ρουθούνια του κανέλλα που έξυνε η θειά Σοφιά πάνω από την κατσαρόλα.  Ετοίμαζε το αγαπημένο του Μιχάλη. Σουτζουκάκια, σμυρναίικα.

Για μια στιγμή, ο Μιχάλης τον κοίταξε με μια δόση τραχιάς γλύκας και τότε σαν να του έδωσε λίγο από το θάρρος του. Αλλά και πάλι… Μιλούσαν οι μεγάλοι. Δεν μπορούσε να διακόψει. Τον ρωτούσαν σοβαρά και με λαχτάρα να τους πει για τον πόλεμο, για τους εχθρούς. Ποιό ήταν το σχέδιο της Αθήνας τώρα που ήρθε στη Σμύρνη ο ελληνικός στρατός. Τον καταβρόχθιζαν. Δεν υπήρχε χώρος για τις ερωτήσεις του Γιάννη. Βρήκε μια γωνιά στην άκρη του μαγαζιού και τους παρατηρούσε. Τους  άκουγε προσεκτικά παρ’ όλο που δεν ήξερε να υπολογίσει τη σημασία όσων έλεγαν. Μετρούσε μόνο τα πρόσωπα τους, ζύγιαζε τη γλώσσα του σώματός τους.

Έμοιαζε αιώνας μέχρι όλα να τελειώσουν. Και το φαγητό και το κρασί σαν από παραβολή· ατελείωτα. Σηκώθηκε επιτέλους ο Μιχάλης να πάει στην κάμαρα που του είχαν ετοιμάσει, να ξαποστάσει μια στάλα. Έτρεξε πίσω του, κι αυτή τη φορά θα ρωτούσε. Δε θα είχε άλλη ευκαιρία. «Μιχάλη, θα τα καταφέρω μόνος στην Αθήνα;», είπε λαχανιασμένος. Δεν περίμενε απάντηση. Αυτήν, την είχε· μέσα του. Κάποιο καιρό τώρα.

Τρεις μέρες μετά μπήκε στο ατμόπλοιο «Αδριατικός». Τι κι αν ο θείος Στέφανος και η θειά Σοφιά προσπάθησαν να τον συνετίσουν. Το καφενείο, τα αμπέλια και τα καπνά δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν πια. Ήθελε να κάνει το σάλτο. Να ξεκινήσει τη δική του αρχή, να αμολήσει τις δικές του ρίζες. Να γίνει πατέρας και παππούς. Να γίνει πολλές φορές πατέρας.

6 thoughts on “Ο παππούς και ο Γιάννης”

  1. Σπάνιο πράγμα να μπορεί ένας συγγραφέας να ζωντανεύει τόσο άμεσα και με λόγο απλό,χωρίς υπερβολικά στολίδια, την «πραγματικότητα» στην οποία λαμβάνει χώρα το κείμενο.
    Αυτό λέγεται «λογο-τεχνία».Μπράβο Χριστίνα!

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s