Εξοχικό στη Λούτσα

Ξυριζόταν ανελλιπώς κάθε πρωί στο λουτρό, με τα βεραμάν πλακάκια και την κίτρινη πορσελάνινη εντοιχισμένη σαπουνοθήκη. Είχε ασορτί κίτρινο μπουρνούζι και κίτρινες χειμωνιάτικες παντούφλες· για να ταιριάζουν χρωματικά με τη σαπουνοθήκη. Δεν τον ένοιαζε να ταιριάζει τα αξεσουάρ του με τα βεραμάν πλακάκια, παρά μόνον με τη σαπουνοθήκη. Ξυριζόταν με ένα φθηνό ξυραφάκι BIC μίας χρήσης επειδή ήταν κίτρινο κι αυτό.

Όσο κοιτούσε τον εαυτό του στον καθρέπτη και τσίτωνε με χειρουργική ακρίβεια μια τον λαιμό και μια τις φαβορίτες του, σκεπτόταν πως έπρεπε να βρει το κουράγιο χθες να πει στον προϊστάμενό του πως, η Μαρίκα έκλεψε τα χρήματα από το ταμείο και όχι αυτός και πως την είδε να τα βουτάει αλλά δεν έχει καμία απόδειξη γι’ αυτό παρά μόνον πως, η Μαρίκα είναι καπάτσα και πως του είχε πει ότι θέλει ν’ αγοράσει –ευκαιρία τώρα που μπήκε στο σχέδιο πόλης‒ ένα μικρό εξοχικό, «Προκάτ καλέ… τι νόμιζες;», στη Λούτσα, για να πηγαίνει με τον Σάββα τον γκόμενο τα σαββατοκύριακα όταν δεν θα έχει τα παιδιά, να κάνει τα μπάνια της και να είναι μαυρισμένη όλον τον χρόνο και όχι με: «Σο λά ρι ουμ χρυσέ μου… τόσο άσχετος είσαι;;»  ‒όπως αυτές στο εξωτερικό που κάθονται κάτω από τις κόκκινες λάμπες σαν τα σουτζουκάκια στα μαγειρεία‒ και να παίζει τον Θανάση της τα λιγότερο ζεστά βράδια στη βεράντα, που θα τη γεμίσει γεράνια και κάτι πολυθρόνες από καλάμια (ή μπαμπού; Δε θυμάμαι ακριβώς) και να έρχεται τις Δευτέρες κατευθείαν από τη Λούτσα στο γραφείο με το ΚΤΕΛ των επτά που έχει αφετηρία και τέρμα στο Πεδίον του  Άρεως, κοντά στο δυαράκι της στα Πατήσια, και με των τρεις να επιστρέφει πάλι εκεί κάθε δεύτερη Παρασκευή για να μην χάνει χρόνο με τον τζουτζούκο της, που δεν έχει αυτήν τη περίοδο δουλειά και μπορεί να μένει εκεί όλη την εβδομάδα για να κρατάει ζεστό το σπίτι ‒να κάνει και καμιά δουλίτσα‒ να ζουν το πάθος τους στις κουκλίστικες γωνιές που θα φτιάξει με μαξιλάρια και ριχτάρια από του Χυτήρογλου που θα πάρει στις εκπτώσεις από την Ερμού, γιατί εντάξει, τα παιδιά της μεγάλωσαν πια, δεν χρειάζεται να τα χαρτζιλικώνει όπως παλιά και πρέπει να κοιτάξει λίγο και τη δική της ζωή και να ζήσει κάτι από τα χαμένα νιάτα που της ξεζούμισε ο αχαΐρευτος πρώην σύζυγός της, αλλά ευτυχώς που επιτέλους έκανε και κάτι καλό για την ίδια και τον έδιωξε από το σπίτι πριν πέντε χρόνια γιατί της είχε φάει τη ζωή και την περιουσία στα μπουζούκια και τις πουτάνες στο Λουτράκι που ξημεροβραδιαζόταν παίζοντας όλα τους τα λεφτά στους κουλοχέρηδες, και που πούλησε μέχρι και τις καλές πιατέλες από την προίκα που της είχε πάρει η μάνα της και την άφησε με άδειο λογαριασμό και σχεδόν ξεβράκωτη να ξεκινήσει πάλι από την αρχή να μαζεύει ρόγα ρόγα τα λεφτά για να ορθοποδήσει και να νοικιάσει αυτό το μικρό διαμερισματάκι, που εντάξει δεν παραπονιέται, καθαρό είναι και καλή σπιτονοικοκυρά έχει, είναι κοντά στο γραφείο και τις συγκοινωνίες για να μπορεί να πηγαίνει μια βόλτα η καψερή με τις φίλες της στον Λαμπρόπουλο να μυρίσουν κανένα αμερικάνικο άρωμα και να αγοράσουν νάιλον κάλτσες ‒από τις ανθεκτικές, στο χρώμα του δέρματος‒ να φάνε και καμιά πάστα στου Φλόκα να γλυκάνουν το μέσα τους από τα φαρμάκια που τις έχουν ποτίσει οι λεγάμενοι, αλλά ας είναι καλά τα βλαστάρια τους που παίρνουν καμιά χαρά από εκεί, γιατί και η Λέλα και η Σούλα λάθος αρσενικά πήραν και πληρώνουν κι αυτές τώρα τα σπασμένα, τουλάχιστον όμως έχει αυτές που είναι στην ίδια ‒και χειρότερη μη σου πω‒ μοίρα μ’ εκείνη και παρηγορείται κάπως, επειδή το μόνο που ήθελε «Δε ζητούσα πολλά… Πολλά ζητούσα;», ήταν να έχει ένα νοικοκυρεμένο σπιτικό κι ένα αυτοκινητάκι, όχι κούρσα, και ένα εξοχικό κάπου να πηγαίνουν τα καλοκαίρια να παίρνουν τον καθαρό αέρα τους, να κάνουν κανένα μπανάκι και τα παιδιά και αν τα οικονομικά τους πήγαιναν καλύτερα να έπαιρναν κι ένα πλαστικό βαρκάκι, σαν αυτό που έχει ο άντρας της Μαίρης από τον 2ο και την πηγαίνει στο Αγκίστρι για ψαράκι, και να έβγαιναν μια-δυο φορές την εβδομάδα –όχι πολλά  λούσα…‒ να έπιναν το κρασάκι τους σε κάποιο ρεστοράν, να έβαζε κι εκείνη τα φορέματά της που τα είχε φάει ο σκόρος από τότε που έκανε τον κανακάρη της και έπειτα, επειδή δεν την πήγαινε πουθενά ο άχρηστος, να έβγαζαν κι ένα καλό σχολείο τα παιδιά για να έχουν μια σίγουρη δουλίτσα όπως εκείνη, που φρόντισε να είναι μόνιμη στο δημόσιο γιατί έβλεπε πως ο τεμπέλης ξυπνάει για πρωί στις τέσσερις το μεσημέρι όταν επιστρέφει εκείνη από τη δουλειά και κοιμάται –αν κοιμάται στο σπίτι‒ μετά τις έξι το χάραμα που σηκώνεται εκείνη για να πάει στην υπηρεσία να φέρει ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι, που, δε λέει, καλά τα σχολεία και τα γράμματα αλλά αν δεν έχεις τις διασυνδέσεις και τις γνωριμίες που χρειάζονται, όπως εκείνη δηλαδή που στάθηκε τυχερή ‒τουλάχιστον σ’ αυτό‒ επειδή στην αρχή ο χαραμοφάης κέρδιζε κιόλας, κι αυτές τις φορές την έβλεπε ο ήλιος τις Κυριακές και το φεγγάρι τα Σαββατόβραδα που την έβγαζε στα μπουζούκια ν’ ακούσουν τη Μαρινέλλα και τον Τόλη ‒που πολύ της άρεσε σαν άντρας‒ και γνώρισε κι εκείνη κάποιους από την υψηλή κοινωνία ‒φίλους του ακατανόμαστου‒ που έπαιζαν τα λεφτά από τα καράβια τους στα «καζίνα» και μετά τα σκόρπαγαν στα πιάτα και τα γαρύφαλλα στις πρώτες πίστες της Αθήνας με τα μεγαλύτερα ονόματα στις μαρκίζες, και έτσι κι εκείνη από το γινάτι της που ο άλλος την παράταγε και ξενοκοιμόταν, πλεύρισε κανά-δυο χωνεμένους στην κυβέρνηση «Πολιτικάντηδες παιδί μου…», τους έταξε την ψήφο της για να της κάνουν το ρουσφέτι και να βολευτούν όλοι, και ευτυχώς(!) να λες που της είχε κόψει και δεν τους ζήταγε χρυσαφικά και γούνες σαν τις άλλες χαμένες αλλά μια θεσούλα στο δημόσιο να βγάζει τα δικά της λεφτουδάκια και να μην έχει κανέναν ανάγκη, επειδή έβλεπε πως τους πηγαίνει στον γκρεμό ο μπεκρής άντρας της και δεν είχε όρεξη να καταλήξει στα παγκάκια να του κάνει παρέα, γιατί εκείνη άλλα είχε ονειρευτεί…«Αααχ, περνούσα εγώ έξω από τους σινεμάδες και φυσούσα… μποφόρ», και αλλιώς της τα έφερε η ζωή, αλλά δεν είναι από αυτές που κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια και δεν βουτάνε τις ευκαιρίες από τα μαλλιά, και τώρα που είπε μαλλιά, να θυμηθεί να κλείσει ραντεβού στη Νίτσα να της περάσει τη βαφή…

Αντί αυτών, παραδέχτηκε συγκαταβατικά στον προϊστάμενό του πως τα χρήματα ήταν δική του ευθύνη, και εφόσον λείπουν από το ταμείο θα τ΄ αντικαταστήσει παρ΄ αυτά.

4 thoughts on “Εξοχικό στη Λούτσα”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s