Ένας μεταξοσκώληκας κάνει ωτοστόπ

Τα πρωινά όχι. Τα μεσημέρια όμως, δεν άντεχε να μην κάνει ωτοστόπ. Η ζέστη κόρωνε. Από το σχολείο στο σπίτι, μία ώρα δρόμος. Όσο περίμενε να τον διαλέξει κάποιος οδηγός, ονειρευόταν. Τα όνειρά του ξόρκιζαν το καυτό τώρα. Όλα έδειχναν θαύμα.

Μέσα στο κουκούλι τυλιγμένος, η ζωή περιοριζόταν σ’ αυτά που μπορούσε να φτάσει με τα πίσω πόδια και τα μπροστινά χέρια του. Στα σκοτεινά, εκεί όπου όλα είναι σημαντικά κι άγνωστα μαζί. Εκεί που τα ένστικτα κερδίζουν.

Η μαμά του ήταν η καλύτερη του κόσμου· έτσι έλεγε σε όλους. Τον μεγάλωσε ψιθυρίζοντάς του πως, ακόμα και το σάλιο του είναι πολυτιμότερο κι από χρυσάφι ‒τόσο εκκωφαντικά σπουδαίο τον γαλούχησε. Αν και το κουβάρι της κοινής ζωής τους μικρό: έφυγε νέα. Ταξίδεψε για τη Δύση· χωρίς επιστροφή. Πριν φύγει πρόλαβε και του έπλεξε ένα δεντρόσπιτο, που όμοιό του δεν ξανάδαμε. Τον φίλησε, μ’ εκείνα τα μεταξένια χείλη της, και τον αποχαιρέτησε: «Γιέ μου, να ονειρεύεσαι! Χωρίς κρεβάτι· όρθιος. Πηχτή και διάφανη θα ρέει η ζωή σου».

Και τώρα να τον: μεγάλος και τρανός, έξω από το σχολειό να περιμένει. Διδάσκει στους μικρούς πόσο πολύ μεγάλοι είναι.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s