Μπλε

Ήταν από εκείνες τις μελαγχολικές ημέρες των διακοπών στο χωριό, εμπρός στη θάλασσα, στην αμμουδιά. Θα έβρεχε, μάλλον. Κάποιοι αναχωρούσαν, παρ’ όλη τη ζέστη και που ήταν νωρίς ακόμη. Ο ουρανός, γεμάτος θυσάνους κι ένα μεγάλο παχύ σύννεφο, γκρι. Οι μισές ομπρέλες κλειστές, μπλε.

Ο Νίκος πηγαίνει σ’ αυτήν την παραλία από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Εκεί σκέφτεται πολύ. Κάποτε μόνος, κάποτε με το κορίτσι του, κάποτε ξανά μόνος, τώρα με τη γυναίκα του. Πάλι θα σκεφτεί. Της πρότεινε να φύγουν μήπως αστράψει, μήπως βρέξει, αλλά αρνήθηκε. Έτσι κι αυτός έγειρε πίσω στηρίχτηκε στους αγκώνες του και συνέχισε να απολαμβάνει: το μπλε, το γκρι, το ξανθό της άμμου, τ’ αφρώδη κύματα που σήκωνε το μπουρίνι, λευκά.

Κλείνοντας τα μάτια του, ρούφηξε τη μυρωδιά της μακρινής βροχής και βυθίστηκε. Σκέφτηκε τη μάνα του, που έχασε έναν χρόνο πριν. Ήρθε τώρα ντυμένη με την άσπρη νυχτικιά της· κατακάθαρη, καινούρια. Μονάχα μια εικόνα της έχει έτσι. Θα ήταν έξι χρόνων εκείνος, όχι παραπάνω. Ζούσε ο παππούς του ακόμα. Ήταν όλοι μαζεμένοι έξω στην αυλή, ένα πρωινό στα μέσα της άνοιξης. Η φύση είχε κέφια. Τα κρίνα είχαν ανθίσει στο παρτέρι· λευκά κι αυτά. Σαν το χιόνι που είχε ρίξει ένα μήνα πριν και δεν μπορούσε να πάει σχολείο· για να παίξει «ιππότες και κατακτητές» με τους φίλους του στο χωράφι πίσω από το σπίτι.

Συζητούσε τώρα ο παππούς με τη γιαγιά και τη μάνα του. Για τις ελιές, τα κρασιά, τα ψάρια, τα φαγητά που θα μαγειρευτούν, πόσο ευαίσθητος είναι ο Νίκος τους, και πόσο εύκολα παίρνει τα γράμματα. Εκείνος πηγαινοερχόταν μπροστά τους, γύρω τους. Κι έπιανε και καμιά κουβέντα τους και την έκρυβε μέσα του, στις κρυψώνες του μυαλού του. Τώρα ανέσυρε τις λέξεις τους, σκονισμένες, σκόρπιες, θαμπές. Έβρισκε όμως πάντα φωτεινά τα χαμόγελα. Και τις σπάνιες γαλήνιες στιγμές, ειδικά της μάνας του. Αυτές ξανάφερνε στο μυαλό του, ξανά και ξανά. Για να τη θυμάται μόνον έτσι.

Την είχαν στείλει δώδεκα χρόνων στην Αμερική, να ζήσει με τον αδελφό της που ήταν ήδη εκεί και δούλευε. Στο χωριό δεν μπορούσαν να την κρατήσουν. Δεν υπήρχαν δουλειές ούτε και ψωμί να τους θρέψει όλους. Έπρεπε να ξεφορτωθούν ένα στόμα. Διάλεξαν εκείνη. Μεγάλωσε μακριά από γονείς, είχε αδελφό όμως, που έκανε για όλα. Τη μεγάλωσε σαν παιδί του. Εκείνη τον κοιτούσε στα μάτια κι έβλεπε την Ελλάδα, το χωριό, τη μάνα της, το σπίτι που την άφησε. Θα περνούσε ο χρόνος και θα τη γιάτρευε, με πολλή υπομονή και κόπο. Έτσι κι έγινε. Οι δουλειές πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο, τα λεφτά πλήθαιναν. Και ζούσαν αυτοί καλά και τα γερόντια πίσω στο χωριό όλο και καλύτερα.

Εκεί παντρεύτηκε. Έκανε και μία κόρη. Τη μεγάλωνε και της μάθαινε να αγαπά την Ελλάδα και την οικογένεια. Ήθελε όμως κι άλλο παιδί. Ένα αγόρι· με μπλε μάτια. Η ζωή κυλούσε και δεν ρωτούσε. Τους έδωσε μεγάλα σπίτια με κήπο, καλά σχολεία για την κόρη και χρήματα για τους ίδιους. Τα χρόνια περνούσαν και το αγόρι δεν ερχόταν. Αλλά η μάνα του υπέμενε. Δέκα χρόνια μετά, ανακάλυψε πως επιτέλους ο γιος θέλει να έρθει. Και είχαν κάθε λόγο να γιορτάσουν γενναία αυτό το νέο. Ο αδελφός της λοιπόν, είχε μια ιδέα.

Μια δυνατή βροντή τον τρόμαξε κι άνοιξε απότομα τα μάτια του. Γύρισε προς τη γυναίκα του. Μόλις είχε διακόψει κι εκείνη το διάβασμα και κοιτούσε τον ουρανό. Συνάντησε το βλέμμα της: «Μακρινή μπόρα είναι… μη  φοβάσαι», της είπε. Κι έκλεισε γρήγορα πάλι τα μάτια του να κυνηγήσει την αναπόληση που ήταν ακόμη φρέσκια.

Η ιδέα του αδελφού της ήταν να νοικιάσουν μια βάρκα, να βρουν καθαρά μπλε νερά, να τους θυμίσουν Ελλάδα. Εκείνο το αμερικάνικο καλοκαιρινό πρωινό λοιπόν, επιβιβάστηκαν όλοι, γεννημένοι κι αγέννητοι, στη βάρκα. Θα πήγαιναν σε ένα όμορφο μέρος που του είχαν υποδείξει.

«Θα βουτήξεις, Νίκο μου;» η φωνή της γυναίκας του τον επανέφερε στην πραγματικότητα. «Μπαα… θα κάτσω λίγο ακόμα, πήγαινε εσύ», της είπε κι έκλεισε με ορμή τα μάτια του για να επιβιβαστεί πάλι στον αμερικάνικο ωκεανό.

Δεν είχε μάθει λεπτομέρειες, τι ακριβώς συνέβη εκείνη τη μέρα. Ούτε η μάνα ούτε κι ο πατέρας του μιλούσαν πολύ γι’ αυτό. Η μάνα του πολύ λιγότερο. Δεν την πίεζε να του πει περισσότερα. Έβλεπε πόσο την πονούσε… Ήξερε όμως, πως έπεσαν σε τυφώνα και ναυάγησαν. Και πως πνίγηκε ο αδελφός της. Και πως εκείνος σώθηκε γιατί ήταν στην κοιλιά της. Η μάνα του έκτοτε δεν ξαναμπήκε σε καμία θάλασσα. Ούτε είδε από κοντά άλλο μπλε. Εκτός από τα μάτια του γιου της κι αυτό του ελληνικού ουρανού όταν επέστρεψαν βίαια και ρημαγμένοι στην Ελλάδα.

Το παχύ γκρι σύννεφο είχε φύγει. Η βροχή προσπέρασε, ξανάβγαινε ο ήλιος. Άνοιγαν δειλά οι κλειστές ομπρέλες. Άνοιξε κι ο Νίκος τα μάτια του και κοίταξε ψηλά να μη στάξουν τα δάκρυά του. Έπειτα πλησίασε τη θάλασσα, πήρε μια βαθιά ανάσα και βούτηξε.

2 thoughts on “Μπλε”

  1. Καλησπέρα . Πολύ γλυκό πολύ τρυφερό αλλά μετέωρο , Προφανώς κάτι λείπει . Μου φάνηκε κοινότυπο συγκριτικά με τα προηγούμενα . Το στορυ μπορούσε να ήταν πολύ πιο σύντομο (αυτό που περιγράφεις ) και να συνέβαινε κάτι άλλο .(?} Αυτή είναι η δική μου οπτική , μην την δένεις κόμπο , μπορεί να είναι και λάθος . Μη σε στεναχωρεί , εσύ πως το κρίνεις? Εάν σου αρέσει το κρατάς . Είπαμε αυτά τα μικρά ενσταντανέ , αν γίνεται , να έχουν ένα απρόσμενο τέλος . Να το διαβάζει ο αναγνώστης και να νιώθει πλήρης .

    Μου αρέσει!

    1. Αγαπητέ μου κύριε Βασίλη, σας ευχαριστώ πολύ για την εποικοδομητική κριτική! Νομίζω πως η ανατροπή δεν ταιριάζει σε όλα τα διηγήματα, καθώς κινδυνεύουν να γίνουν φλύαρα επί τούτου. Μπορεί να κάνω λάθος… Εν πάση περιπτώσει, η υποκειμενική οπτική και αρέσκεια διίστανται στο συγκεκριμένο και με εξέπληξε κι εμένα, δε σας κρύβω. Επίσης, το πήρα απόφαση: μου είναι αδύνατο να ικανοποιήσω τις εκάστοτε επιθυμίες για μεγαλύτερη ή μικρότερη έκταση στα διηγήματά μου και νιώθω επιτέλους ανακούφιση! 😉 Θα χαρώ πολύ να τα αναλύσουμε και τηλεφωνικά.

      Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s