Ένα ταξίδι

Η ιστορία που ακολουθεί περιέχει αληθινά γεγονότα. Η όποια ομοιότητα με καταστάσεις γνώριμες σ’ εσάς, είναι τυχαία.

Με τον Μορφέα, τον περισσότερο καιρό, ήμασταν τσακωμένοι. Αργούσε να έρθει τις νύχτες κι εγώ περίμενα στο κρεβάτι με αναμμένη την τηλεόραση. Μία απ’ αυτές τις βραδιές, η ώρα ξεμάκραινε νωχελικά: παρακολουθούσα, σχεδόν υπνωτισμένη, ένα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ. Αγκάθια τσουρούφλιζαν τα μάτια μου. Τα έκλεισα για να τα δροσίσω.

Τα άνοιξα πάνω σ’ ένα μακρύ κατάστρωμα υπερωκεάνιου· απ’ εκείνα που ταξίδευαν στις θάλασσες τον 19ο και 20ό αιώνα. Ήταν σούρουπο. Οι ανταύγειες του μόλις γερμένου ήλιου χρωμάτιζαν τα πρόσωπα των επιβατών. Τα εξίσωναν. Γιατί στην πραγματικότητα, το πλοίο ήταν μια Κιβωτός λαών. Περπατούσα και καλημέριζα όποιον προσπερνούσα. Κάποιοι ανταπέδιδαν από ευγένεια με ανεπαίσθητη υπόκλιση, κάποιοι άλλοι με κοιτούσαν σαστισμένοι. Δεν πτοούμουν. Ήθελα ν’ αγαπήσω τα πάντα σε αυτό το ταξίδι.

Στο βάθος του καταστρώματος, τη θάλασσα που αφήναμε πίσω ρέμβαζε ένας κύριος, κατά τ’ άλλα, μετρίου αναστήματος. Λέω κατά τ’ άλλα, γιατί τα πόδια του ήταν μπηγμένα μέχρι τους αστραγάλους σ’ ένα στρογγυλό τσιμεντένιο βάθρο. Μου ήρθαν στο μυαλό οι παίχτες των ομάδων του Subudeo που παίζαμε μικροί με τον αδερφό μου. Με τη μόνη διαφορά, πως το τσιμεντένιο βάθρο του δεν ήταν κοίλο αλλά επίπεδο από κάτω. Τον πλησίασα γιατί ήταν διαφορετικός από τους άλλους. Τον καλημέρισα σε μια γλώσσα… της στιγμής. Μια γλώσσα καινούργια. Δική μας. Την Αλφάβητο ή τους κανόνες της, δεν θυμάμαι να τα διδάχθηκα. Τον ρώτησα πότε φτάνουμε στο Λονδίνο.

Μου απάντησε (φυσικά άπταιστα): «Δεν ξέρω αν θα φτάσουμε ποτέ στον προορισμό μας…». Επέμεινα: «Εσείς σε ποιό από τα δύο λιμάνια θα κατέβετε;», για να πάρω την απάντηση: «Θα ήθελα στης Νέας Υόρκης, αλλά δεν είμαι σίγουρος πως θα έχω απαλλαγεί από τα δεσμά μου… Εκεί που πηγαίνετε κι εσείς», μου είπε με σιγουριά.

Με εντυπωσίαζε το γεγονός πως μιλούσαμε την ίδια ‒άγνωστη‒ γλώσσα· πως δεν χρειαζόταν ν’ απαντήσω στις ερωτήσεις, γιατί γνώριζε ήδη τις απαντήσεις μου. Είχα κι έναν διάχυτο ενθουσιασμό που θα πατούσα στη Νέα Γη… Να σημειώσω εδώ πως είχε καταστεί σαφές από την πλευρά μου, πως ήθελα έναν συνομιλητή. Έναν συνοδοιπόρο. Γι’ αυτό άλλωστε είχα επιλέξει αυτό το ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Τη Νέα Αρχή.

Δύο στιγμές μετά, ένιωθα σαν να είχαν περάσει ογδόντα επτά χρόνια. Αυτό συμβαίνει συχνά άλλωστε στα όνειρα. Αστείρευτη η κουβέντα μας. Ήμασταν όρθιοι, κρατιόμασταν από την κουπαστή και κοιτούσαμε τον ορίζοντα. Ανάμεσα σε άλλα, μου είπε πως έγραφε ποιήματα. Τον ρώτησα τ’ όνομά του, μήπως κι είχε τύχει να διαβάσω κάποιο από αυτά. Μου απάντησε «Κωνσταντίνος». Σκέτο αρχικά. Λίγο αργότερα μου είπε και το επώνυμό του. «Καβάφης. Αλλά δεν εκδίδονται τα ποιήματά μου. Εσύ γνωρίζεις εμένα. Αυτό είναι σπανιότερο», μου είπε. Κοιταχτήκαμε βαθιά. Φορούσε στρογγυλά γυαλιά. Πρόσεξα πως είχε πολύ μελαγχολικά μάτια. Απομονωμένα και λυπημένα, για τον λόγο αυτό, ταυτόχρονα. Ένιωσα μιαν ανάγκη να τον καθησυχάσω. Να του πω ότι δεν είναι μόνος, ότι θα κάναμε μαζί αυτό το ταξίδι.

Δεν σκοτείνιασε. Δεν φύσηξε. Δεν έσταξε ούτε μια σταγόνα. Παρά φουρτούνιασε ξαφνικά η θάλασσα. Φούσκωσε και μας ταρακουνούσε. Όλοι γύρω μας πήγαν να φυλαχτούν. Στα σαλόνια. Στις καμπίνες τους. Γνωρίζοντας πως ο Κωνσταντίνος δεν θα μπορούσε να μετακινηθεί, λόγω του τσιμεντένιου βάθρου, έμεινα ακίνητος στη θέση μου. Και καθόλου δεν με πείραξε… Σαν να είχα κάνει μια ανείπωτη συμφωνία μαζί του. Όμως εκείνος, παρά την οξυδέρκεια και την ενσυναίσθησή του, δεν αποφάσιζε να πιστέψει πως δεν θα τον εγκαταλείψω. Τότε ήταν η πρώτη φορά που άκουσα ένα από τα ποιήματά του. Μου φάνηκε σαν να το απήγγειλαν οι άνεμοι: «Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα/ απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,/ και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,/ και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω/ κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό […] Δώδεκα και μισή./ Πώς πέρασεν η ώρα./Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.». Δάκρυσα· ή μήπως ήταν η βροχή;

Μου αποκάλυψε, μετά τη φουρτούνα, κι εφόσον είχε πειστεί για τις προθέσεις μου, πως αμφέβαλε εάν θα παρέμενα μαζί του. Σκέφτηκα πως θα μπορούσα να προσβληθώ, αλλά θα ήταν πολύ τυπικό εκ μέρους μου. Κι έτσι, απλά συνεχίσαμε να κουβεντιάζουμε αναλυτικά για όλα εκείνα που ΔΕΝ έχουν γίνει στη ζωή μας. Κάποια στιγμή, παρατήρησα στο βάθος του ορίζοντα ένα τεράστιο άγαλμα. Φτάναμε. Κοίταξα το τσιμεντένιο βάθρο που είχε διαλυθεί σε χιλιάδες κομμάτια, σαν χαρτοπόλεμος γύρω από τα πόδια του Κωνσταντίνου.  Άκουγα και κάτι που έμοιαζε με χαιρετισμό πλοίου.

Χτυπούσε το ξυπνητήρι. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα το λευκό ταβάνι. Είχε ξημερώσει. Το φως στο κομοδίνο, ακόμη αναμμένο· μαζί κι η τηλεόραση· στο ίδιο κανάλι. Διαφήμιζε πως θα έβαζε σε επανάληψη «Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη», που είχε προβληθεί χθες τη νύχτα. Ανατρίχιασα. Κατάλαβα, όπως κι εσείς φαντάζομαι, τι είχα σκαρώσει πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα.

4 thoughts on “Ένα ταξίδι”

  1. Με κίνδυνο να γίνομαι ανιαρός και ίσως ύποπτος ! ( καθόλου δεν με απασχολεί ) Θα παραμένω πάντα ειλικρινής και δίκαιος . Θα μου ήταν αδύνατα να μην εκφράσω για πολλοστή φορά τα συγχαρητήρια μου .
    Οι παρομοιώσεις ( οι ώρες ξεμάκραιναν νωχελικά. – αγκάθια τσουρούφλιζαν τα μάτια μου ) η ονειρική σου συνάντηση με τον Καβάφη , οι παράλληλες μοναξιές σας !!.
    Έχεις βάλει ένα επίπονο και ανταγωνιστικό στοίχημα , να ξεπερνάς κάθε φορά τον προηγούμενο συγγραφικό εαυτό σου . Κάτι καθόλου εύκολο , αλλά δεν φαντάζεσαι πόσο παραγωγικό είναι !
    Τα καταφέρνεις περίφημα και όπως διαφαίνεται τίποτα δεν μπορεί να διακόψει την ανοδική σου πορεία .
    Θα τολμούσα να σου προτείνω κάτι . Επειδή στις παρομοιώσεις ( λογοτεχνικά κεντίδια ) είσαι πολύ δυνατή να δημιουργήσεις ένα λεξικό παρομοιώσεων . Δηλαδή σε ανύποπτο χρόνο , και χωρίς ιδιαίτερο λόγο, αν σκέπτεσαι κάτι να το αποθηκεύεις και όταν ταιριάζει σε κάποιο κείμενο που θα γράψεις το χρησιμοποιείς .
    Αλλά και από μόνη της μία παρομοίωση ( δεν θα το πιστέψεις ) μπορεί σε βοηθήσει να γράψεις ένα ολοκληρωμένο κείμενο . Αυτά τα λεκτικά κομψοτεχνήματα , ποτέ δεν περνούν απαρατήρητα κι» εντυπωσιάζουν κάθε εκλεπτυσμένο αναγνώστη .
    Το << ταξίδι >> εάν είναι από …την ντουλάπα !!! (όπως υποψιάζομαι) απορώ γιατί ασχολείσαι με τα αγροτικά
    Ελπίζω να μην με διαγράψει ο Σπύρος !!!
    Να σου στείλω και πάλι συγχαρητήρια κατάντησε ρουτίνα.
    Εύχομαι , από καρδιάς , γρήγορη συγγραφική καταξίωση .
    Β.Μ
    Υ.Γ Έχω μία διαπίστωση που θέλω να κάνω . Όμως όχι τώρα .
    Επειδή δεν διαθέτω το αλάθητο του Πάπα , αλλά και γιατί , μπορεί να είναι σύμπτωση .
    Το ιδανικό θα ήταν να το ανακάλυπτες μόνη σου .

    Αρέσει σε 1 άτομο

  2. Σωστά υποψιάζεστε! Είναι από τη ‘ντουλάπα’ το «Ταξίδι» 😉
    Με τρώει η περιέργεια να καταλάβω σε τι αναφέρεστε στο Υ.Γ…. Μάλλον όχι στην επέτειο γέννησης του Φερνάντο Πεσσόα, που αυτός είναι και ο λόγος που ανέβασα σήμερα το συγκεκριμένο… Μήπως αναφέρεστε στην αλλαγή του φύλου του αφηγητή; (η αφηγήτρια μετατρέπεται στο όνειρο σε Φερνάντο Πεσσόα 😉 ) Ή μήπως στο ότι είναι σπουδή στη «Μανταλενιά» του Α. Εμπειρίκου;;;!
    Περιττό να σας ευχαριστήσω… Θα προτιμήσω να παραμείνω… άφωνη (κατά τα λοιπά)!
    Μόνο να… Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω με το στοίχημα…

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s