Αλάτι. Που λείπει.

Ακούμπησε το μισό ηρεμιστικό πάνω στο τετράδιο συνταγών του. Σκέφτηκε: «Να το πάρω ή να γράψω;» κι ανέπνευσε μέχρι το τέσσερα κι εξέπνευσε γι’ άλλον τόσον χρόνο, και ξανά και πάλι κι ύστερα χασμουρήθηκε. Γύρισε στο πλάι κι άναψε το φως. Το κομοδίνο φωτίστηκε κι εκείνος, έτσι ξαπλωμένος, αντί για το ταβάνι κοιτούσε -χωρίς να βλέπει, το παράθυρο απέναντί του: την ταράτσα μιας πολυκατοικίας, κεραίες κι ουρανό. Το μισό κρεβάτι ήταν στρωμένο. Απ’ έξω, ένας φωσφορούχος σχεδόν ήλιος, έδειχνε το μισό δωμάτιο σκοτεινό, οι σκιές των τοίχων γίνονταν εντονότερες, πιο σκούρες.

Δύο αυγά μελάτα έβραζε να φάει για πρωινό κι έκοβε μια σαλάτα για βραδινό. Για μέρες… Η πραγματικότητά του όμως ήταν σφιχτή, καυτερή κι άοσμη. Το μυαλό του ακινητοποιημένο σε κινούμενη άμμο ενώ η ζωή του -από εμφάνιση τουλάχιστον- έσκιζε. Ζηλευτό διαμέρισμα στο ρετιρέ ωραιότατου προαστίου, θέα στο πάρκο, δυο πεταλιές από τη θάλασσα, βεβαίως…Παντρεμένος με μια καλλονή (όπως την ήθελε και ο πατέρας του –αν και στον πατέρα του άρεσαν όλα τα θηλυκά αρκεί να έδειχναν και να ήταν πρόστυχα). Με την καλλονή του, λοιπόν, μια γάτα, λίγους φίλους, πολλούς γνωστούς και ένα έμφυτο χάρισμα στο φαγητό, στη μαγειρική.

Το αναδείκνυε σε θυσία. Τέτοιο τελετουργικό: μυστήριο! Όχι μονάχα το μαγείρεμα per se. Από την έρευνα για πρώτη ύλη, έως τη χώνεψη, το μεράκι του Μάκη ξεχείλιζε. Μόνο περί τις τέσσερις ώρες την ημέρα δεν απασχολούσε το μυαλό του για φαγητό. (Όχι,  δεν κοιμόταν εκείνες τις ώρες. Και στον ύπνο του, ζύμες έπλαθε). Ήταν οι ώρες που μεσολαβούσαν των γευμάτων, όπου κατέβαινε το αίμα στο στομάχι και στέρευε το κεφάλι του. Εκείνες λοιπόν τις ώρες, με ωμό και στείρο κεφάλι από δημιουργία, θα έβρισκε εκείνο πάντα χώρο να τον τσουρουφλίζει, να τον αρρωσταίνει.

Του ξυπνούσε μνήμες από δουλειές που τελευταία είχε απορρίψει, από το βιβλίο που δεν είχε καταφέρει να αποτελειώσει εδώ και έναν χρόνο, από τα αναρίθμητα αποτυχημένα φαγητά που έχουν ετοιμάσει τα χέρια του, από τα καμένα, απ’ όλα τέλος πάντων τα κακά που τον έχουν βρει… και φυσικά μόνον αυτά. Τα καλά αυτόματα τα παραμέριζε ο νους του, για να του υπενθυμίζει κάτι τέτοιες ώρες πως είναι και αχάριστος συν τοις άλλοις που δεν εκτιμά αυτά που έχει. Τον έπιανε δύσπνοια, ζαλάδα, υπερδιέγερση εντέρου, πόναγε στο στήθος, μια στεναχώρια, κλεισούρα, τρόμος, έσβηνε… Πριν λιποθυμήσει –έτσι νόμιζε τουλάχιστον‒ άνοιγε μηχανικά το βαλιτσάκι του με τα φάρμακα. Είχε προμηθευτεί όλα τα ηρεμιστικά της αγοράς μέσω ενός καλοφαγά φίλου του γιατρού και τα κοιτούσε κάθε φορά αποσβολωμένος κι ανήμπορος να αποφασίσει αν πρέπει να τα πάρει όλα μαζί, ένα ένα ή μισές δόσεις.

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

2 σκέψεις σχετικά με το “Αλάτι. Που λείπει.”

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s