Αλάτι. Που λείπει. (Μέρος δεύτερο)

Δεν είχε σβήσει τα 40 ακόμα, ο Μάκης. Γυμνασμένο δεν τον έλεγες, ούτε και πλαδαρό. Ατημέλητο, αφρόντιστο ίσως. Ενώ είχε μυϊκή μνήμη (έπαιζε ποδόσφαιρο πιτσιρικάς) δεν επεδίωκε να σουλουπωθεί. Τα έριχνε όλα στη δοκιμή των φαγητών που ετοίμαζε: «Να μη δω το αλάτι»; Σε άλλα νέα, έπινε μόνο κρασί, ήταν ειρηνικός, ευαίσθητος με τη ρύπανση ενώ είχε καλή σχέση ‒φαινομενικά πάντα‒ με τους γονείς του. Αυτά τα παιχνίδια του μυαλού του, συνέβαιναν τα τελευταία δύο χρόνια. Είχαν μαζευτεί πολλοί δράκοι εκεί στις γωνίες που τα στρίμωχνε και τώρα αντεπιτίθενται όλοι μαζί.

Άνοιγε το βαλιτσάκι με τα φάρμακα, τα κοιτούσε καλά, έπαιρνε βαθιές αναπνοές από το στόμα, όχι από τη μύτη. Όταν ρουφούσε αέρα από τη μύτη ένιωθε να μπαίνει από μια χαραμάδα μονάχα, σαν να του την έκλεινε κάποιος. Του θύμιζε τον πνιχτό αέρα που έβγαινε τσιριχτά από το στόμιο των μόλις φουσκωμένων μπαλονιών που τέντωνε όταν ήταν μικρός για να ξεφουσκώσουν βασανιστικά και φασαριόζικα· ταυτιζόταν, και τον έπιανε μεγαλύτερη δύσπνοια.

Τα ηρεμιστικά και μόνο που τ’ αντίκριζε, τον ηρεμούσαν κάπως. Θέλετε επειδή τα είχε εκεί μπροστά του δεκανίκι, θέλετε επειδή πείσμωνε με τον εαυτό του πως δεν τα χρειάζεται, το placebo λειτουργούσε σε κάποιες ήπιες περιπτώσεις. Τις βαριές μέρες, απλά τα κατάπινε. Δεν σκεφτόταν τίποτε άλλο. Και έπεφτε για ύπνο. Να μην σκεφτεί ούτε φαγητά, ούτε μπαχάρια, ούτε αντικολλητικές κατσαρόλες, αποτυχίες, βιβλία συνταγών και επιτυχίες που δεν ήρθαν. Κοιμόταν σαν παξιμάδι, ξερός. Αυτό –είχε παρατηρήσει‒ του έδινε μια κάποια ελευθερία, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται. Ο σεφ μας, έπασχε ξεκάθαρα πάντως από κρίσεις πανικού, κρίσεις μέσης ηλικίας, υπαρξιακές κρίσεις, κρίσεις ταυτότητας, επιθυμιών και κρίσεις αναγκών.

Στην καθημερινότητά του τίποτα από τα παραπάνω δε φαινόταν. Το έκρυβε, το μάζευε, λίγο αποτραβιόταν από τα εγκόσμια, κάπως το κουκούλωνε. Εκτός από τη γυναίκα του, Μελίνα, και τους γονείς του κανείς άλλος δεν το γνώριζε. Η Μελίνα, παρ’ ότι κι εκείνη αγχώδης, είχε βρει τη διέξοδό της: έτριβε τις φτέρνες της, τις μπανιέρες και τα καρότα κι εκτόνωνε την έντασή της. Πήγαινε και λίγο γυμναστήριο, σήκωνε βάρη, ίσιωνε, κι επέστρεφε σπίτι μετά τη δουλειά, αποκαμωμένη να σκεφτεί κάτι πέρα από το πλύσιμο των δοντιών. Α, και έτρωγε πολλά μακαρόνια. Αυτό ήταν το γνωστό-άγνωστο μυστικό της, που το είχε ανακαλύψει ο Μάκης και το αξιοποιούσε στο έπακρο. Σαν καλός σύζυγος, τις δύσκολες ημέρες που διαφαίνονταν στο βάθος κήπος, ετοίμαζε μακαρόνια με: γαρίδες, κοτόπουλο, μπέικον, χταπόδια, αματριτσιάνες, πουτανέσκες, με σκόρδα, μ’ ελαιόλαδο… Ή ριζότο. Τη δουλειά την έκανε εξίσου καλά. Μαζί με τον βασιλικό, ποτιζόταν κι η γλάστρα. Ευφραινόταν κι εκείνος με τόσον υδατάνθρακα σε εβδομαδιαία διάταξη. Έτρωγαν κι από ένα παγωτό πριν σηκωθούν από το τραπέζι και τους έπαιρνε ο ύπνος μακάρια.

Η Μελίνα δούλευε χρόνια σε μια εταιρία εισαγωγών-εξαγωγών κρασιού. Ήταν καλή σ’ αυτό που έκανε, μιλούσε Γαλλικά, ταξίδευε συχνά και σε κάποια οινογνωσία, είχε γνωρίσει και τον Μάκη. Εκείνος τότε μεσουρανούσε, πολύ δυναμικός, πετούσε. Στο τρίτο καλύτερο εστιατόριο των Αθηνών, sous-chef (δεύτερος στην κουζίνα, όχι ακόμη πρώτος). Ζούσε ένα παραλήρημα. Όλα στο fast forward. Δεκατέσσερις ώρες ψηνόταν, ύστερα μπάνιο κι όποτε το επέτρεπαν τα ωράρια, έτρεχε να δοκιμάσει ή να κατασκοπεύσει σε κάποιο άλλο εστιατόριο το μενού. Γερό πιρούνι, ζηλευτή κράση. Είπαμε, όχι πλαδαρός, κάπως στιβαρός.

Ήταν κι οι δυο στα 30 τους όταν βρέθηκαν κι ερωτεύτηκαν. Όχι κεραυνοβόλα: σταδιακά. Αγαπήθηκαν χωρίς τους μελοδραματισμούς του έρωτα. Είχαν υποσχεθεί στους εαυτούς τους (απ’ όσα εκμυστηρεύτηκαν αργότερα ο ένας στον άλλον) πως ήθελαν να σοβαρευτούν και να κατασταλάξουν. Το μυαλό του Μάκη όμως τώρα, 10 χρόνια αργότερα, έσκουζε σαν σειρήνα, συναγερμός· σαν ένα κύμα που ερχόταν με φόρα, δε σταματούσε, ρυθμικά οι σκέψεις μπλεγμένες τον κατέκλυζαν. Σήμερα, μια παραβρασμένη μακαρονάδα με τυρί που είχε φάει με ναυτία στο καράβι για Μυτιλήνη πριν 27 χρόνια είχε μπλεχτεί με τα άσπρα μαλλιά της γιαγιάς του που του εμφύσησε την αγάπη για τη μαγειρική…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

4 σκέψεις σχετικά με το “Αλάτι. Που λείπει. (Μέρος δεύτερο)”

  1. Πολύ παραστατικό !!! Ενδιαφέροντες χαρακτήρες ! Μετά από τόσο καιρό συναντώ και πάλι την Χριστίνα !!! Το ταλέντο δεν πεθαίνει ποτέ !!! ΜΗ ΒΙΑΣΤΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙΣ !!!!

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s