Αλάτι. Που λείπει. (Μέρος τέταρτο)

Μπλέχτηκε στα πόδια του η γάτα, ζητιάνευε χάδια, νιαούριζε ζωηρά και του απέσπασε για λίγο το μυαλό από τη μαρίζ. Κοιτούσε –δήθεν‒ ικετευτικά τον Μάκη, τριβόταν στα πόδια του· άφηνε την ουρά της σημαντικά περισσότερη ώρα πάνω στη γάμπα του, ακόμη κι αν το σώμα της είχε αποκολληθεί από εκείνη. Η ουρά της Σάρας ‒της μισότρελης γάτας‒ ήταν το ύστατο παρακάλι, η θυματοποίηση προσωποποιημένη, η αναξιοπρέπεια μέσα στην αξιοπρέπεια, η πονηριά, ο εκβιασμός, η πουτανιά του αιλουροειδούς. Τη χρησιμοποιούσε κατά βούληση –κανείς δεν κατάλαβε την περιοδικότητά της. Τον Μάκη πάντως, τον τούμπαρε συνεχώς.

Την είχαν βρει με τη Μελίνα σε κάποιες διακοπές τους. Απ’ αυτές που τους αρέσει να κάνουν σε μέρη που έχει τόσο ψάρι, που ψαρεύουν και μέσα από θαλάσσια ποδήλατα, όπου τα σπίτια είναι τόσο κοντά στη θάλασσα ώστε οι κυρίες-χειμερινές κολυμβήτριες κατεβαίνουν για μπάνιο με το λευκό μπουρνούζι τους και την κούπα καφέ στο χέρι. Σ’ αυτά τα μέρη πηγαίνουν οδικώς, επειδή αρέσει στον Μάκη να φτιάχνει γκουρμεδιάρικα σάντουιτς για τον δρόμο, αλλά εκείνοι, αντί γι’ αυτά, μασούν τσίχλα (ο καθένας για τους δικούς του λόγους) σχεδόν συντονισμένοι, σαν μηρυκαστικά, με μισάνοιχτο στόμα, εωσότου φτάσουν στον προορισμό τους. Η Σάρα, κόντεψε να λιώσει κάτω από τις ρόδες του αυτοκινήτου τους και ο Μάκης από τις τύψεις που δεν την πρόσεξε εκείνη τη στιγμή, είπε να την υιοθετήσει και να την προσέχει για όλες τις υπόλοιπές της.

Αυτό είναι το ένα πρόσωπό του. Το άλλο, ένα πιο άκαμπτο, μονοκόμματο, το φυλάει για τους δικούς του. Όπως όταν έμαθε πως η μάνα του έπιασε στα πράσα τον πατέρα του να βλέπει πορνό σχεδόν κάθε βράδυ στο laptop. «Είσαι γελοίος», του είχε πει με σοβαροφάνεια και από τότε τον κοιτούσε ξινισμένα. Όταν δε βρίσκονταν οικογενειακώς, πρότεινε στη μάνα του να βρει κάποιον νεότερο, γυμνασμένο και πιο ενδιαφέροντα τύπο να ασχοληθεί μαζί του: έτσι όμορφη και καλοστεκούμενη που ήταν και να μην ασχολείται πια με «τον…γέρο». Κι εκείνη κοκκίνιζε και του έλεγε να πάψει.

Ο πατέρας του Μάκη βέβαια ήταν μια περίπτωση μόνος του. Εκτός από πρόσφατος θιασώτης πορνό, λάτρευε να σιδερώνει. Νόμιζε πως παίζει πιάνο: έσερνε με χάρη το χέρι του πάνω στα παντελόνια και τα σουπλά και φανταζόταν τον καρπό του να παίζει τον κύκνο στη λίμνη.  Έκανε κολλαριστά τραπεζομάντηλα, τα σεντόνια με λάστιχο να μην αναγνωρίζονται ως τέτοια, λινές χειροπετσέτες σαν φακέλους αλληλογραφίας 280 γρ. ματ ιλουστρασιόν χαρτιού. Εκείνες πια οι πετσέτες, άπλωναν τα πέλη τους, σούζα στέκονταν και περίμεναν να περάσει χορευτικά και με σαγήνη το χέρι του με το καυτό σίδερο από πάνω τους. Τις δάμαζε, υποτάσσονταν στο κύρος του, στα ζεστά του χέρια.  Έτσι χαλάρωνε ο Μιχάλης Καπτιβίδης, περήφανος πατέρας του μοναχογιού του Μάκη και ένθερμος υποστηρικτής της εργαζόμενης γυναίκας του Μαίρης. Της έλυνε τα χέρια εδώ που τα λέμε. Η ίδια σιχαινόταν το σίδερο, αλλά άλλαζε τις λάμπες, εξαέρωνε τα καλοριφέρ, καμιά φορά κούρευε και το γκαζόν στο εξοχικό τους. Ιδιότυπο ζεύγος θα έλεγες, αλλά έτσι τους άρεσε και δεν έδιναν δεκάρα για τις γνώμες των άλλων. Ιδίως του Μάκη, που αρχικά ντρεπόταν για τους ρόλους των γονιών του, ύστερα τους κατέκρινε και σήμερα πια μειδιά χαζεύοντάς τους.

Ψάχνοντας στην αποθήκη θυμήθηκε τον Φαίδων. Παντοπώλης στο επάγγελμα. Εκτός από την εξαιρετική μαναβική του, αγαπητικός του καλού φαγητού ‒και ευγένεια σχεδόν δουλοπρεπή‒ τον επέλεξε για φίλο όταν παρατήρησε πως φορά χείριστα παπούτσια. Λαστιχένιες σαγιονάρες (του οικοδόμου) το καλοκαίρι και τον χειμώνα πάμφθηνα ορειβατικά. Είχε την άνεση και την αισθητική να ψωνίσει πολύ καλύτερα, αλλά κάτι είχε συμβεί όταν ήταν μικρός με τα υποδήματα (κάτι που το κρύβει περίτεχνα απ’ όλους) και από τότε δεν δίνει καμία σημασία τι φορούν τα πόδια του. Ο Φαίδων, ίσως μπορούσε να του δώσει καμιά-δυο συνταγές, έτσι στο φτερό, να τον ξελασπώσει λιγάκι. Έπρεπε να υπομείνει βέβαια τη χλεύη του… Όποτε συζητούσαν για φαγητά, δεν παρέλειπε να τον πειράζει: «Κι αυτό ανάλατο θα το κάνεις και δε θα τρώγεται…». Ο Μάκης δεν γελούσε με το γάργαρο γέλιο του και αντιδρούσε λέγοντας κάτι για τα ελεεινά παπούτσια του φίλου του. Συνήθως, το ίδιο βράδυ, κατέληγαν να τρώνε μαζί κι αγαπημένοι μια μαγειρεμένη συνταγή. Ανάλατη.

Τώρα, έψαχνε απεγνωσμένος στις κούτες τη μαρίζ, νομίζοντας πως θα του επαναφέρει μνήμες από συνταγές ξεχασμένες από το ταλαίπωρο και τρικυμισμένο μυαλό του, για ν’ αποτελειώσει το ρημαδοβιβλίο του. Είχε, βλέπετε, δανειστεί χρήματα για να το εκδώσει και έπρεπε να τα επιστρέψει ΑΜΕΣΑ. Είχε δανειστεί από τους (επιεικώς) λάθος ανθρώπους. (Τοκογλύφοι ήταν, θα σας πω εγώ).  Ντρεπόταν να το εξομολογηθεί στη Μελίνα, πόσο μάλλον στους δικούς του. Έναν ολόκληρο χρόνο χωρίς εισοδήματα, τα έτοιμα τρώγονται χωρίς να το καταλάβεις… Πίεση στην πίεση, δεν θέλει και πολύ το μυαλό. Ρηγμάτωσε, έκανε αυτό το κρααακ σαν τσόφλι νεοσσού και πήρε αέρα. Άπαξ και πάρει αέρα το μυαλό… δύσκολα το μαζεύεις. Χάνεται εδώ κι εκεί. Κάπως έτσι έχασε και την τελευταία δουλειά του, σε ένα από τα καλύτερα εστιατόρια της πόλης…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Ευτυχισμένο το 2019!

One thought on “Αλάτι. Που λείπει. (Μέρος τέταρτο)”

  1. Θεωρώ πως κράτησε αρκετά ο πρόλογος . Δώσε μια δόση σασπένς και μια μικρή ανατροπή του στάτους . για να μπει σε περιέργεια ο αναγνώστης . ( Τώρα τι θα συμβεί ? ) Ενδιαφέρων τύπος ο Φαίδων . εξέλιξε τον έξυπνα . Αν μπορούσε το …σιδέρωμα του γέρου να παίξει κάποιο ρόλο ( δεν ξέρω τι . Κάτι ευρηματικό ???) Καλά πάμε !!! Καλή Χρονιά . Φιλιά στο Σπύρο .

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s