Τα βιβλία

Αυτή η απραγία, η νωχελικότητα, αυτός ο θάνατος των πράξεων που φέρνει η ανάγνωση… Το ταξίδι μέσα και πίσω από τις λέξεις.  Αυτά που πάντα λαχταρούσε, στα βιβλία βρίσκονται. Στα χαρτιά και τα μελάνια: τα ευωδιαστά. Όλα τ’ άλλα μοιάζουν άνοστα, αποστειρωμένα, στεγανά. Κάθε που γεννιούνται, πεθαίνουν άγνωστα και μόνα. Πεθαίνουν βαριεστημένα από τις μικρές ζωές τους.

Οι λέξεις όμως ζουν και βασιλεύουν. Με πνευμόνια και σπαθιά: χάλκινα, χρυσά, αθάνατα. Σε βυθίζουν, σε πετούν, σε γκρεμίζουν και πάλι από την αρχή. Από κεφάλια κεφαλαία. Ποτέ πεζά. Ποιητικά, χαμογελαστά κι ειρωνικά, σε παίρνουν απ’ το χέρι. Σου δείχνουν μέρη και γωνιές που αυτοί κι άλλοι μαζί έχουν πλάσει. Σελίδες και γράμματα, μεγαλύτερα κι από εκείνους. Δοσμένα απλόχερα, χαρισματικά κι από ανάγκη. Λέξεις τυπωμένες, να τις κρατούν σφιχτά τα χέρια.

Αυτές διάβαζε και την πήγαιναν όπου δεν υπάρχει καν μέρος για να πας. Εκεί όπου δεν ήταν ποτέ κανείς κι όλοι μαζί εκεί. Από λέξεις φτιαγμένα όλα. Αυτές που δόθηκαν σ’ εκείνα και στ’ άλλα. Ανελέητες, δυναμικές. Κι όταν κάνει να τις πιάσει, φεύγουν μακριά μ’ ένα τίναγμα των μαλλιών τους. Αλλοπαρμένες, αλαφροΐσκιωτες. Τη στοιχειώνουν στον ύπνο. Βλέπει άλλων όνειρα, μπλεγμένα στα δικά της, ενωμένα με συνδέσμους: κόμματα, τελείες και θαυμαστικά. Λέξεις ακούραστες, μαγικές, αλλόκοσμες. Τώρα πια δικές της.

Κάποτε προσπάθησε ν’ αδειάσει το μυαλό της απ’ τον πλούτο: προσποιήθηκε το κενό. Να μην διαβάσει τίποτε πια· για χρόνια ή μονάχα ημέρες (το ίδιο της φαινόταν). Να ζήσει τη ψυχρή υποκειμενική αλήθεια: αυτή τη ζωή που φαίνεται. Τα γραμμένα που’ χε δει, για δυο ζωές της φτάνουν. Μα μακριά από εκείνα δεν άντεξε. Αγκάλιασε το πιο βαρύ βιβλίο της και ρίχτηκε στις ράγες. Εκείνη κι αυτό μαζί, να γίνουν ένα νέο· να το διαβάζεις εσύ κι εγώ.

 

(Το διήγημα έχει συμπεριληφθεί στο #3 τεύχος της Άνω Κάτω Τελείας [ΑΚΤ] ψηφιακού περιοδικού του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ,   http://www.theatre.uoa.gr/ereyna/ekdoseis/hlektronikes-ekdoseis/anw-katw-teleia-akt.html)

Ήρθες στον ύπνο μου

Ξαπλώσαμε σ’ ένα ιατρικό κρεβάτι, στο πεζοδρόμιο μιας λεωφόρου με μια νησίδα αγριόχορτων στη μέση. Πού και πού ακούγονταν αυτοκίνητα, κόρνες, μαρσαρίσματα, φρένα, μηχανάκια· αλλά δεν είναι σίγουρο πως εμείς ακούγαμε. Δεν γνωρίζω πως βρεθήκαμε εκεί και γιατί, και δεν έχει καμία σημασία. Ωστόσο ξέρω πως από εκεί θα φεύγαμε χωρισμένοι, τσακισμένοι, λειψοί, ραγισμένοι κι ακόλλητοι. Μια βελούδινη, ακριβής τομή από τον κρόταφο μέχρι τον μηρό μάς έκοβε εκεί επάνω, σ’ εκείνο το ιατρικό κρεβάτι, στο πεζοδρόμιο μιας λεωφόρου με τη νησίδα αγριόχορτων στη μέση. Διχοτομημένοι κι άδειοι· δεν κλαίγαμε. Θα περίμενε κανείς (κι εγώ μαζί μ’ αυτούς) πώς ένας από τους δυο μας θα έκλαιγε… Τόσον έρωτα όμως τον γλεντάς, σαν ν’ αναπνέεις ήλιο, ανασταίνεσαι,  γίνεσαι το άλλο, το όλο. Αν κάτι αξίζει πιο πολύ, αυτό είναι.

Θυμάμαι τη στιγμή που είπα από μέσα μου: «Και να πέθαινα τώρα, καθόλου δε με νοιάζει» και είχα χωμένο το πρόσωπό μου στη φτερούγα σου. Κι αφού δεν πέθανα τότε, τώρα πρέπει να χωρίσουμε και να συνεχίσω να ξεχειλώνω τον χρόνο μου στα εγκόσμια.  Έτσι ένιωθα ξαπλωμένη σ’ εκείνο το ιατρικό κρεβάτι. Δεν σου είπα τίποτα απ’ αυτά.  Δεν χρειαζόταν να μιλήσουμε. Κι εσύ αυτά τα ίδια σκεφτόσουν, τα ολόιδια, το ξέρω.

Ήρθες στον ύπνο μου, πάλι. «Να μην ξυπνήσω, να μην ξυπνήσω…» επανέλαβα από μέσα μου εκατό φορές. Σου έλεγα πόσο θα πονέσουμε κι οι δυο τώρα που θα χωρίσουμε. Ακούμπησα το κεφάλι μου στο στέρνο σου (κι ας έχανα τα μάτια σου για λίγο, κι ύστερα για πάντα) για να κουβαλήσω τη ζεστασιά του κορμιού σου. Να την αποτυπώσω στο δικό μου, να την ξεπατικώσω. Το σώμα σου αναβλύζει έρωτα που μπαίνει μέσα από το αυτί μου: την παλίρροιά του προσπαθώ να κρατήσω μακριά από τη λήθη· να μην ξυπνήσω! Ακούστηκαν για λίγο τ’ αυτοκίνητα, τα μάτια μου πήγαν ν’ ανοίξουν μα τα έσφιξα να κλείσουν πάλι. Ήθελα να κοιμηθώ άλλα δέκα χρόνια και δύο μήνες.

Κοιτάζομαι στον καθρέπτη και τα μάτια σου φεγγοβολούν από μέσα μου· ακόμη.

Ηδονικές θάλασσες

Οι χειμωνιάτικες θάλασσες αποδημούν. Βγαίνουν στη στεριά. Θάλασσες μπλε, πράσινες, αισθαντικές. Θάλασσες σκούρες, μάγισσες.

Μια από αυτές προσπερνά κάθε μέρα ο Αλέκος. Της ρίχνει κλεφτές ματιές στην επιστροφή του από τη δουλειά. Τη ζηλεύει έτσι ανέμελη που είναι και την περιφρονεί τις περισσότερες φορές -συνήθως τις ημέρες που τελματώνει στο γραφείο. Είναι τότε, που προτιμά να είχε γεννηθεί πίθηκος, ζουμπούλι, μουριά, γάτα. Πάντως όχι Αλέκος, όχι τώρα, ούτε κι έπειτα. Ίσως χίλια χρόνια πριν…

Όταν είναι μακριά της βράζει· θέλει να τη νιώθει, να είναι κοντά της. Δεν της εξομολογήθηκε ποτέ το πάθος του για εκείνη. Αμέτρητες φορές έκατσε δίπλα της, μπήκε μέσα της. Δεν της ψιθύρισε ποτέ γλυκόλογα, δεν τη χάιδεψε, δεν την περιποιήθηκε. Ας της έλεγε μια φορά: «Να’ ξερες πόσο όμορφη είσαι σήμερα… πόσο ανάγκη σ’ έχω…». Όχι να την επαινεί σε άλλους, κρυφά από εκείνη.

Τη ζήλευε, τον πάθιαζε: είχε αυτήν την απύθμενη φουρτούνα μέσα του. Μα την ήθελε και σαν τρελός, μαγεμένος. Μόνο δική του να γινόταν: άρρωστα, κτητικά, την πολιορκούσε, την κακοποιούσε. Κι η καρδιά του σφιγγόταν, μισούσε την αγάπη του.

Ένα χειμωνιάτικο πρωινό της πήγε δώρο ένα πετράδι. Να την κάνει δική του, για πάντα. Έπεσε μέσα της και δεν ξαναβγήκε.

Σσσσς

Ήμουν τρομαγμένος, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Οι στιγμές μαγκωμένης σιωπής όμως ήταν αυτές που με παρέλυαν εντελώς. Ένιωθα πως πρέπει να σηκώσω στις πλάτες μου όλη την ησυχία του κόσμου, να τη μεταφέρω στο άλλο δωμάτιο και να την κλειδώσω εκεί. Δεν καταλάβαινα τις παύσεις μεταξύ μας: σε μια συνάντηση, μια σχέση, μια κουβέντα· τότε που χαμήλωναν τα μάτια να μη σμίξουν με των άλλων. Στιγμές στεγνές, ατελείωτες, που διόγκωναν την απόσταση και πετιόμουν στο κενό.

Αυτές οι μακρόσυρτες παύσεις –συνοδευόμενες από αμηχανία σαν πρωινή ομίχλη‒ μου επιβεβαίωναν πόσο απόμακροι είμαστε ο ένας από τον άλλον. Κι αυτό με φόβιζε περισσότερο, επειδή ένιωθα μόνος μέσα στο κεφάλι μου, μόνος σ’ ολόκληρο τον γαλαξία. Δεν έμοιαζε με μοναξιά ή μοναχικότητα, ούτε κι επιλογή. Αντιθέτως, επιλογή όλων ήταν να είμαστε μαζί, εκεί ακριβώς που υπήρχαμε. Το δίχως άλλο για μία στιγμή (ή τάχα μία χιλιετία;) ήσυχοι, αμίλητοι, βουβοί, κλειδαμπαρωμένοι ο καθένας στο καβούκι του.

Το δικό μου όμως με στενεύει, με στεναχωρεί. Νιώθω άβολα, πνίγομαι, με καταπλακώνει. Το σηκώνω με μαεστρία τις φορές που είμαι μόνος, μα όταν βρίσκεται μαζί με άλλα, ονειρεύομαι κουβέντες με όρεξη και τη βαθιά αλήθεια μας χωρίς περιστροφές. Να συζητώ καινούριες ιδέες και τρελές, σχέδια του μέλλοντος κι εξομολογήσεις. Όχι πια κρυψώνες, ψέματα και ρόδες για το καύκαλο που σέρνω. Να τ’ απαρνηθώ εντελώς αν χρειαστεί και να φύγω γυμνός γι’ αλλού. Να περπατώ μόνος στα δάση, στα σκοτάδια, να μη φοβάμαι τίποτε από την ησυχία του κόσμου ετούτου. Σιωπή να υπάρξει όταν παύσω κι εγώ. Διαφορετικά, το βάρος της μου είναι αφόρητο. Περισσότερο κι από το καύκαλο που κουβαλώ. «Με τρομάζει, παραπαίω και γκρεμίζομαι ανάποδα, ΑΚΟΥΣ;;».

 

Καλή Χρονιά!!!

Ο Ντάρκο, το κορίτσι και μία κηδεία

Τα πρωινά ξυπνάμε νωρίς για να δούμε το κορίτσι με το μαύρο άλογο. Πρώτα ακούμε από μακριά τον αργό καλπασμό κι έπειτα φανερώνονται κι οι δυο. Αγέρωχο και κάπως άγριο το κορίτσι επάνω στο άλογο. Περνούν από τον κεντρικό δρόμο της γειτονιάς, στρίβουν σε έναν κάθετο και βγαίνουν στη θάλασσα. Τα πέταλα στην άσφαλτο, φυσικό ηρεμιστικό, αναλγητικό.

Τους νεκρούς τους θάβουν αμέσως: την επόμενη του θανάτου τους. Σήμερα κηδεύεται ο πατέρας του κοριτσιού. Πέρασε όμως και σήμερα με το άλογό της. Όπως κάθε πρωινό σέλωσε, έβαλε το κράνος της, χάιδεψε τη χαίτη του και ξεκίνησε για τη θάλασσα. Το άλογο λέγεται Ντάρκο. Τον είχε κερδίσει ο πατέρας της στα χαρτιά, αλλά αυτό, το κορίτσι δεν το γνωρίζει. Τον ιππεύει για να τον δαμάσει κι επειδή της τον χάρισε ο πατέρας της. Η βόλτα με τον Ντάρκο της είναι πιο απαραίτητη απ’ τον θάνατο.

Η μάνα της δεν μπορεί να διαχειριστεί ένα τέτοιο πλάσμα. Τον κοιτάζει από μακριά, με δέος. Καμιά φορά παραπονιέται για τις κοπριές που μαζεύουν μύγες δίπλα στα ρόδα ‒ζέχνουν.  Άλλες φορές μουρμουρίζει, σκέφτεται ν’ αφήσει την εξώπορτα ανοιχτή ή να φύγει η ίδια.  Τις περισσότερες φορές σωπαίνει καταπίνει το σάλιο της. Έπειτα επιστρέφει στην κουζίνα και όλο και κάποιο λαχανικό θα καθαρίσει. Φυλάει κάποια καρότα για τον Ντάρκο.  Σήμερα δεν φύλαξε, ετοιμάζεται για την κηδεία. Δεν κλαίει. Ακούει τον καλπασμό και ηρεμεί· μέχρι αυτός να σβήσει από τ’ αυτιά της.

Οι καμπάνες χτυπούν.

Ληγμένοι τόποι

Νέες χώρες. Τέτοιες, που η ιστορία τους χωρά σε δυο βιβλία. Νέα οικοδομήματα βλέπεις… Νέοι τρόποι· νεωτερικοί, πρωτοπόροι, μα και ξένοι. Δίχως παρελθόν. Αντίθετα μ’ αυτό το μυστηριακό που κρυφοκαίει στις παλιές γειτονιές των άλλων χωρών. Αυτή η καταγραμμένη ωριμότητα στις ίνες του κορμιού, του στενού, του ναού, του σχολειού, ενός γηπέδου, θεάτρου, νεκροταφείου, πανεπιστημίου…

Σε μια τέτοια νέα χώρα πήγε ο Λεωνίδας, αφού πρώτα μεγάλωσε και ανδρώθηκε σ’ ένα χωριό μιας παλιάς. Στις παλιές χώρες, δυστυχώς, παλιώνουν κι οι δουλειές. Τελειώνουν. Είχε την ατυχία να ζήσει την εποχή που τελείωναν τις δουλειές. Και τη χώρα.

Μάζεψε τις παλιές εικόνες του, τις έβαλε σε μια καινούρια βαλίτσα κι έφυγε. Είναι ακόμα εκεί· εδώ και οκτώ χρόνια. Η βαλίτσα πάλιωσε.

 

(Το διήγημα έχει συμπεριληφθεί στο τρίτο τεύχος της Άνω Κάτω Τελείας [ΑΚΤ] ψηφιακού περιοδικού του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, http://www.theatre.uoa.gr/ereyna/ekdoseis/hlektronikes-ekdoseis/anw-katw-teleia-akt.html )

Αφέγγαρη νύχτα

Η θεά Αλήθεια φόρεσε το κλαρωτό φουστάνι της, έπιασε έναν επιβλητικό κότσο τα μαλλιά, έριξε μια βαθιά ματιά στην αντανάκλασή της στο τζάμι της εξώπορτας, και με μια παιδική υπόκλιση (πιάνοντας από τη μία άκρη το φόρεμά της) ξεκίνησε. Έπρεπε να βρεθεί με τη θεά Ψεύτρα. Η συνάντηση είχε οριστεί στο δάσος. Δεν θ’ αργούσε να φτάσει. Ή έτσι τέλος πάντων νόμιζε… Αθήνα – δάσος πόσος χρόνος δα;

Από στόμα σε στόμα, η Ψεύτρα ταξίδευε με ευκολία και αποτελεσματικά. Είχε βάλει τα πιο εντυπωσιακά παπούτσια της, τόνισε τη χοντροκομμένη μέση της με μια σφιχτή ζώνη, φόρεσε τις βλεφαρίδες και το κοκκινάδι της, άφησε λυτά τα ψωριάρικα μαλλιά της και τα σκέπασε μ’ ένα ψάθινο καπέλο. Καθότι πιο κοινωνική, μετακινούνταν με άνεση και πάντα φιλοξενούμενη. Τριγυρνούσε αμέριμνη, σφυρίζοντας και κλείνοντας συνωμοτικά το μάτι στους νέους ανθρώπους της. Έτρωγε στα οικογενειακά τραπέζια, φώλιαζε στα ζεστά κρεβάτια τους. Την κερνούσαν δρομολόγια, φιλοφρονήσεις, ακόμη και υποσχέσεις. Την πρόσεχαν και την φρόντιζαν σαν μέλος της οικογένειας. Κάποιοι δε, ούτε που να φανταστούν πως θα την αποχωρίζονταν. (Αν μπορούσαν, θα της έβαζαν λουρί να την κανακεύουν σαν κατοικίδιο). Μα εκείνη έπρεπε να πάει παντού. Είχε και το ραντεβού…

Η Αλήθεια από την άλλη, χτυπούσε τις πόρτες και κανείς δεν άνοιγε. Κοιτούσαν από το ματάκι της πόρτας και μόλις την αντίκριζαν, κράταγαν την αναπνοή και τα μάτια τους ‒από τον πόνο‒ μην τους πάρει χαμπάρι. Περιπλανιόταν στους παράδρομους μόνη κι έρημη. Λερωνόταν τ’ όμορφο φουστάνι της, σκίζονταν τα παπούτσια της. Ελάχιστοι αντάλλασσαν κουβέντες μαζί της, σπάνιοι οι φίλοι. Οι ηλιαχτίδες μονάχα την ακολουθούσαν, ταλαντεύονταν και της έδειχναν τον δρόμο. Μόνη, σκεπτική, ολοστρόγγυλη κι ανυποχώρητη, προχωρούσε και καλημέριζε. Την υποδέχονταν με καχυποψία, την παραμέριζαν. Κάποιοι νεότεροι αρνούνταν να την κοιτάξουν στα μάτια. Μα εκείνη συνέχιζε, επέμενε. Έπρεπε να φτάσει στη συνάντηση…

Δεν διάλεξε το ίδιο μονοπάτι με την Ψεύτρα για το δάσος. Εκείνη ταξίδευε σε μια νοητή ευθεία, δυσπρόσιτη. Η Ψεύτρα αντιθέτως έκανε κύκλους. Η άμοιρη θεά Αλήθεια, από τη φύση της αγνή, είχε την εντύπωση πως όλο και κάποιος θα την εμπιστεύονταν να την εξυπηρετήσει και έτσι δεν θ’ αργούσε στο ραντεβού. Γελάστηκε. Η Ψεύτρα κρυμμένη στο τσεπάκι, κάλπαζε από τη μια άκρη στην άλλη μέσα από καλώδια, αυτιά, γράμματα, ελπίδες, λευκές ανοησίες. Ενώ εκείνη, πάσχιζε ακόμη να βγει από τις κατοικημένες περιοχές, να πάρει τα βουνά. Ξυπόλητη πια.

Κάποια νύχτα αφέγγαρη –και γι’ αυτό σκοτεινή– έφτασε η Ψεύτρα στο δάσος. Έδειχνε έξω από τα νερά της, ίδρωνε. Ήδη από το τελευταίο χωριό και πέρα, σαν τυφλή προχωρούσε στα χαμένα. Δεν είχε ξεμακρύνει ποτέ τόσο πολύ από ανθρώπους. Στη φύση δεν είχε πατήσει ξανά το πόδι της, δε γνώριζε κανέναν εδώ. Κοιτούσε αριστερά, κοιτούσε δεξιά, πουθενά η Αλήθεια. Άκουγε τα γάργαρα νερά και τις κουκουβάγιες και φοβόταν, έτρεμε τη μοναξιά της, ετοιμαζόταν να φύγει. Ώσπου, μέσα από το κοντινό πλατάνι πετάχτηκε ένας λαγός, έτσι μαγικά. Στρουμπουλός και στιλπνός, σαν καινούριος. Μασουλούσε, κατάπινε καχύποπτα, και κάποια στιγμή της είπε: «Ακόμα κι αυτόν;». Η Ψεύτρα χλώμιασε, κατάλαβε τον λόγο της συνάντησης και απάντησε «Εκείνος με φλερτάρει…». Εν τω μεταξύ έφτανε αγκομαχώντας η θεά Αλήθεια, τους άκουσε και φώναξε: «Είσαι μικρή και άπειρη για να διεκδικείς τον Χρόνο».