Πίσω στις ρίζες

Πόσες φορές; Πάλι και πάλι, θα νιώθω να ποδοπατούμε τη ζωή κάτω από τα πόδια μας. Υπάρχετε κι εσείς που δεν βλέπετε τις συνέπειες… Πατάμε το γρασίδι· το ταβάνι τους. Σκάβουμε το χώμα και τους φτιάχνουμε καμινάδες. Φυτεύουμε και γεμίζουν υγρασία οι τοίχοι τους. Δεν μας ενοχλούν, δεν τους γνωρίζουμε. Ή, τέλος πάντων, οι περισσότεροι δεν τους γνωρίζουν.

Ήσυχοι, υπόγειοι. «Μέχρι τα -20 μέτρα μπορείτε να χτίσετε βάσει πολεοδομικών προτύπων», του είπαν στην υπηρεσία όταν πήγε να βγάλει άδεια οικοδομής. Πήγε στη γυναίκα του με το πρόσωπο κατεβασμένο μέχρι τον πρώτο όροφο. «Μη στεναχωριέσαι, αγαπημένε μου. Ίσως τα παιδιά μας καταφέρουν ν’ ανεβάσουν τον πήχη».  Μα εκείνος ήθελε ν’ ανεβεί, να βρει την απάντηση. Είχε όνειρα.

Το γρασίδι ποτιζόταν κάθε μέρα. Αυτόματα. Και η μουριά δροσιζόταν. Παραδίπλα και η μηλιά. Και το ξύλινο τραπέζι από κάτω τους, σάπιζε. Φιλοξενούσε φίλους, σκαλιστήρια, πουλιά, κολοκύθες, συγγενείς, τασάκια, φιλιά, σκουλήκια· με μια τάση να μπήγεται όλο και πιο βαθιά στο χώμα… Με τα τέσσερα πόδια του. Και τα δεκαέξι από τις καρέκλες. Καμιά φορά εικοσιτέσσερα· όταν οι παρέες μεγάλωναν, τα καλοκαίρια. Και τα αμέτρητα βήματα. Πότε στεγνά και πότε λασπωμένα. Μόνο η αιώρα έκανε σκιά. Και δεν πλήγωνε. Μαγικά. Κάτω απ’ αυτή, το χάος.

Όχι δα! Εκεί από κάτω είχαν βάλει τις γυάλινες προθήκες του μουσείου. Εκεί βρισκόταν ο θησαυρός τους. Τα εκθέματα, όλη η κληρονομιά. Τα παιδιά και τα σχολεία, οι παιδικές χαρές. Ήταν όλα ασφαλή. Δεν τους άγγιζε τίποτα. Μέσα από τις ρίζες  έπαιρναν άπλετο φως τις νύχτες. Λαμπύριζαν. Ο δικός τους ήλιος, το ιδανικό μέρος. Τις νύχτες.

-Θα ξαπλώσω για λίγο στην αιώρα να διαβάσω.
-Θα σου φέρω ένα μαξιλάρι.
-Σ’ αγαπώ.
Τ’ αηδόνια, παρέα. Από πάνω μας. Θα μαζεύαμε τις ώριμες τομάτες, με ελαφριά βήματα μέσα στο περιβόλι. Το απόγευμα. Τώρα ήθελες να παίξεις με τον σκύλο στο γρασίδι. Έξι πόδια. Ανυπολόγιστα τραντάγματα. Πάνω-κάτω πηδήματα και τρεχαλητά. Μα δεν καταλαβαίνεις; Είναι ίδιοι μ’ εμάς. Δεν είμαστε μόνοι, ούτε οι μόνοι.

Σήμανε συναγερμός. Έτρεξαν όλοι στο επίπεδο -40. Ποδοβολητά, μούγκριζε η γη. Μα πώς δεν την ακούει; Άγνωστο πόσο θα κρατούσε… Είπε στη γυναίκα του να μαζέψει τα παιδιά πιο κοντά τους. Ήθελε να τους ανακοινώσει κάτι. Θα το τολμούσε κι ας τον έκλειναν μέσα στο πηγάδι. Ονειρευόταν να φτάσει ψηλά. Όπως οι περισσότεροι. Εκείνος όμως είχε μια εσωτερική ανάγκη, μια παρόρμηση. Τώρα χρειαζόταν τη βοήθεια της οικογένειάς του. Θα ανέβαιναν στο μηδέν! Στο απόγειο. Δίπλα στο μουσείο.  Εκεί ήταν το ασφαλέστερο σημείο. Κάτω από την αιώρα που την αγκάλιαζε τα μεσημέρια, μετά το φαγητό, όταν διάβαζε.

Περπατούσαμε ξυπόλητοι επειδή με αγαπούσες. Στο εξηγούσα, μα δεν καταλάβαινες. Δεν άκουγες, δεν κοιτούσες μέσα σου. Όταν έλειπα, ξεχνιόσουν. Βασάνιζες, άθελά σου. Για κάποιον άγνωστο λόγο, μπορούσα να γνωρίζω. Διέσχιζες τον κήπο με τα παπούτσια της δουλειάς. Χοντροκομμένα. Και πότιζες παραπάνω. Δεν είχα τρόπο να σου δείξω. Περίμενα, ευχόμουν.

Το χώμα έπεφτε παχύ στα πρόσωπά τους. Θόλωνε τα μάτια. Δεν κατέβαζαν τα χέρια, συνέχιζαν. Έσκαβαν με μανία. Ήταν στο -15 κι ανέβαιναν. Τις νύχτες που ξημέρωνε, σταματούσαν. Τα πρωινά, όταν οι υπόλοιποι ονειρεύονταν, εκείνοι έσπρωχναν όλο και πιο πολύ το χώμα προς τα πάνω.

Μας ξεράθηκε η μηλιά. Αλλά και πάλι δεν σε έπεισα. Είδες τις ρίζες σκοτεινές και σάπιες, μα δεν πίστεψες. Έτσι απλά, δέχτηκες πως αρρώστησε κι έφυγε. Δεν θα έφτιαχνα μηλόπιτα πια. Φύτεψες αγιόκλημα, να πρασινίσει ο τόπος. Κλάδευες τη μουριά να δυναμώσει. Όργωνες για να λιώσεις το άγχος της δουλειάς. Κι εγώ, από πίσω στις τριανταφυλλιές. Με χορευτικές μανούβρες. Δεν ήταν πως δεν ήθελα να κάνουμε πάρτι…

Τα παιδιά στο σχολείο. Η καθημερινότητά τους δεν άλλαξε. Οι γονείς στις εργασίες τους. Τις νύχτες κουτουλούσαν από την αϋπνία, μα υπήρχε ζήλος, πόθος και πίστη. Έσκαβαν, έσκαβαν, έσκαβαν. Κρύβονταν καλά από τους υπόλοιπους. Τους είχαν στο σκοτάδι. Τα νύχια τους κατάμαυρα, κοκκινωπά. Έφαγαν τη μηλιά σε δέκα πρωινά. Κοντά στο σπίτι τους.  Σκοτείνιασε εκεί, αλλά κανείς ευτυχώς δεν τους υποπτεύθηκε. Ήταν στο -1. Σε λίγο θα γνώριζαν… Τίποτε δεν γνώριζαν για το σε λίγο. Ήταν όμως σίγουροι.

«Θυμάσαι που αποφασίσαμε να ζήσουμε στη φύση για ν’ αγγίζουμε κάθε μέρα τον Θεό; Αυτό που τέλος πάντων είναι πιο κοντά σε ό,τι είναι Θεός; Το χώμα μάς γεννά και μας σκεπάζει. Πιο πάνω δεν φτάνουμε. Μια μέρα θα σου αποδείξω, πως όλα, εκείνο θέλουν να φτάσουν…», του είπε. Ένιωθα παράξενα εκείνη την ημέρα. Άκουγα τα μερμήγκια να γελάνε από τα γαργαλητά.

Μία το μεσημέρι. Επίπεδο ΜΗΔΕΝ. Φως εκτυφλωτικό. Όλα και μόνον λευκά. Ένα κύμα υγρού… Στάσου… Δεν βράχηκαν. Κάτι άλλο χωρίς υφή. Ένα χάδι στα ρουθούνια τους. Ένα άκακο αεράκι. Σκαρφάλωσαν γρήγορα. Κάτω από την αιώρα. Πάνω από το μουσείο. Βγήκαν, ένας ένας.

«Τρέξε! Να τοι! Τα κατάφεραν!», σου φώναξα. Ξαπλωμένη ακόμα στην αιώρα, ανακουφισμένη, τους καλωσόρισα. «Είστε ο Θεός;», με ρώτησε ο πατέρας. «Εσείς είστε ο Θεός;», του απάντησα.

Ένα ταξίδι

Η ιστορία που ακολουθεί περιέχει αληθινά γεγονότα. Η όποια ομοιότητα με καταστάσεις γνώριμες σ’ εσάς, είναι τυχαία.

Με τον Μορφέα, τον περισσότερο καιρό, ήμασταν τσακωμένοι. Αργούσε να έρθει τις νύχτες κι εγώ περίμενα στο κρεβάτι με αναμμένη την τηλεόραση. Μία απ’ αυτές τις βραδιές, η ώρα ξεμάκραινε νωχελικά: παρακολουθούσα, σχεδόν υπνωτισμένη, ένα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ. Αγκάθια τσουρούφλιζαν τα μάτια μου. Τα έκλεισα για να τα δροσίσω.

Τα άνοιξα πάνω σ’ ένα μακρύ κατάστρωμα υπερωκεάνιου· απ’ εκείνα που ταξίδευαν στις θάλασσες τον 19ο και 20ό αιώνα. Ήταν σούρουπο. Οι ανταύγειες του μόλις γερμένου ήλιου χρωμάτιζαν τα πρόσωπα των επιβατών. Τα εξίσωναν. Γιατί στην πραγματικότητα, το πλοίο ήταν μια Κιβωτός λαών. Περπατούσα και καλημέριζα όποιον προσπερνούσα. Κάποιοι ανταπέδιδαν από ευγένεια με ανεπαίσθητη υπόκλιση, κάποιοι άλλοι με κοιτούσαν σαστισμένοι. Δεν πτοούμουν. Ήθελα ν’ αγαπήσω τα πάντα σε αυτό το ταξίδι.

Στο βάθος του καταστρώματος, τη θάλασσα που αφήναμε πίσω ρέμβαζε ένας κύριος, κατά τ’ άλλα, μετρίου αναστήματος. Λέω κατά τ’ άλλα, γιατί τα πόδια του ήταν μπηγμένα μέχρι τους αστραγάλους σ’ ένα στρογγυλό τσιμεντένιο βάθρο. Μου ήρθαν στο μυαλό οι παίχτες των ομάδων του Subudeo που παίζαμε μικροί με τον αδερφό μου. Με τη μόνη διαφορά, πως το τσιμεντένιο βάθρο του δεν ήταν κοίλο αλλά επίπεδο από κάτω. Τον πλησίασα γιατί ήταν διαφορετικός από τους άλλους. Τον καλημέρισα σε μια γλώσσα… της στιγμής. Μια γλώσσα καινούργια. Δική μας. Την Αλφάβητο ή τους κανόνες της, δεν θυμάμαι να τα διδάχθηκα. Τον ρώτησα πότε φτάνουμε στο Λονδίνο.

Μου απάντησε (φυσικά άπταιστα): «Δεν ξέρω αν θα φτάσουμε ποτέ στον προορισμό μας…». Επέμεινα: «Εσείς σε ποιό από τα δύο λιμάνια θα κατέβετε;», για να πάρω την απάντηση: «Θα ήθελα στης Νέας Υόρκης, αλλά δεν είμαι σίγουρος πως θα έχω απαλλαγεί από τα δεσμά μου… Εκεί που πηγαίνετε κι εσείς», μου είπε με σιγουριά.

Με εντυπωσίαζε το γεγονός πως μιλούσαμε την ίδια ‒άγνωστη‒ γλώσσα· πως δεν χρειαζόταν ν’ απαντήσω στις ερωτήσεις, γιατί γνώριζε ήδη τις απαντήσεις μου. Είχα κι έναν διάχυτο ενθουσιασμό που θα πατούσα στη Νέα Γη… Να σημειώσω εδώ πως είχε καταστεί σαφές από την πλευρά μου, πως ήθελα έναν συνομιλητή. Έναν συνοδοιπόρο. Γι’ αυτό άλλωστε είχα επιλέξει αυτό το ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Τη Νέα Αρχή.

Δύο στιγμές μετά, ένιωθα σαν να είχαν περάσει ογδόντα επτά χρόνια. Αυτό συμβαίνει συχνά άλλωστε στα όνειρα. Αστείρευτη η κουβέντα μας. Ήμασταν όρθιοι, κρατιόμασταν από την κουπαστή και κοιτούσαμε τον ορίζοντα. Ανάμεσα σε άλλα, μου είπε πως έγραφε ποιήματα. Τον ρώτησα τ’ όνομά του, μήπως κι είχε τύχει να διαβάσω κάποιο από αυτά. Μου απάντησε «Κωνσταντίνος». Σκέτο αρχικά. Λίγο αργότερα μου είπε και το επώνυμό του. «Καβάφης. Αλλά δεν εκδίδονται τα ποιήματά μου. Εσύ γνωρίζεις εμένα. Αυτό είναι σπανιότερο», μου είπε. Κοιταχτήκαμε βαθιά. Φορούσε στρογγυλά γυαλιά. Πρόσεξα πως είχε πολύ μελαγχολικά μάτια. Απομονωμένα και λυπημένα, για τον λόγο αυτό, ταυτόχρονα. Ένιωσα μιαν ανάγκη να τον καθησυχάσω. Να του πω ότι δεν είναι μόνος, ότι θα κάναμε μαζί αυτό το ταξίδι.

Δεν σκοτείνιασε. Δεν φύσηξε. Δεν έσταξε ούτε μια σταγόνα. Παρά φουρτούνιασε ξαφνικά η θάλασσα. Φούσκωσε και μας ταρακουνούσε. Όλοι γύρω μας πήγαν να φυλαχτούν. Στα σαλόνια. Στις καμπίνες τους. Γνωρίζοντας πως ο Κωνσταντίνος δεν θα μπορούσε να μετακινηθεί, λόγω του τσιμεντένιου βάθρου, έμεινα ακίνητος στη θέση μου. Και καθόλου δεν με πείραξε… Σαν να είχα κάνει μια ανείπωτη συμφωνία μαζί του. Όμως εκείνος, παρά την οξυδέρκεια και την ενσυναίσθησή του, δεν αποφάσιζε να πιστέψει πως δεν θα τον εγκαταλείψω. Τότε ήταν η πρώτη φορά που άκουσα ένα από τα ποιήματά του. Μου φάνηκε σαν να το απήγγειλαν οι άνεμοι: «Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα/ απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,/ και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,/ και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω/ κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό […] Δώδεκα και μισή./ Πώς πέρασεν η ώρα./Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.». Δάκρυσα· ή μήπως ήταν η βροχή;

Μου αποκάλυψε, μετά τη φουρτούνα, κι εφόσον είχε πειστεί για τις προθέσεις μου, πως αμφέβαλε εάν θα παρέμενα μαζί του. Σκέφτηκα πως θα μπορούσα να προσβληθώ, αλλά θα ήταν πολύ τυπικό εκ μέρους μου. Κι έτσι, απλά συνεχίσαμε να κουβεντιάζουμε αναλυτικά για όλα εκείνα που ΔΕΝ έχουν γίνει στη ζωή μας. Κάποια στιγμή, παρατήρησα στο βάθος του ορίζοντα ένα τεράστιο άγαλμα. Φτάναμε. Κοίταξα το τσιμεντένιο βάθρο που είχε διαλυθεί σε χιλιάδες κομμάτια, σαν χαρτοπόλεμος γύρω από τα πόδια του Κωνσταντίνου.  Άκουγα και κάτι που έμοιαζε με χαιρετισμό πλοίου.

Χτυπούσε το ξυπνητήρι. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα το λευκό ταβάνι. Είχε ξημερώσει. Το φως στο κομοδίνο, ακόμη αναμμένο· μαζί κι η τηλεόραση· στο ίδιο κανάλι. Διαφήμιζε πως θα έβαζε σε επανάληψη «Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη», που είχε προβληθεί χθες τη νύχτα. Ανατρίχιασα. Κατάλαβα, όπως κι εσείς φαντάζομαι, τι είχα σκαρώσει πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα.

Αναμενόμενες οι μαινόμενες Μαινάδες

Κανείς δεν φορούσε τα σωστά παπούτσια. Η Ευρυδίκη φορούσε τις άσπρες ελβιέλες της όταν τη δάγκωσε το φίδι. Είχε πεταχτεί να μαζέψει μούρα στο δάσος, και πού να φανταστεί πως θα χρειαστεί να περπατήσει στα κακοτράχαλα και λασπωμένα μονοπάτια του Άδη… Ο Ορφέας και ο Ερμής όμως, θα μπορούσαν να είχαν προετοιμαστεί καλύτερα. Ήξεραν γι’ αυτό το ταξίδι και έπρεπε να φροντίσουν, να πάρουν κι ένα δεύτερο ζευγάρι, εκτός από τα αθλητικά που φορούσαν.

Περπατούσαν εφ’ ενός ζυγού. Μπροστά ο Ορφέας και πίσω η Ευρυδίκη με τον Ερμή. Αυτός ήταν ο όρος άλλωστε του Πλούτωνα για να μπορέσουν να φύγουν όλοι μαζί από εκεί κάτω. Ο οδηγός κρατούσε παραμάσχαλα και τη λύρα του. Δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Περπατούσε σκυφτός, για να προλαβαίνει τις κοτρώνες που ήταν έτοιμες να του στραμπουλίξουν τους αστραγάλους. Έπρεπε να χαράζει το μονοπάτι και για την ευάλωτη αγαπημένη του, που τόσα είχε περάσει, και τώρα φορούσε ελβιέλες.  Από μέσα του σκεφτόταν πόσο συμφέρουσα συμφωνία έκανε με τον Πλούτωνα: «Σχεδόν τον έριξα. Σιγά τη μεγάλη δοκιμασία, να μη δω την Ευρυδικούλα μου μέχρι την εξωτερική πύλη. Άσε που κι ο Ερμής την προσέχει και δεν έχω να φοβάμαι τίποτα…».

Το λιγοστό φως που ερχόταν από τη βίλα του Άδη, σε μια στροφή της σπηλιάς, χάθηκε κι αυτό. Από κεκτημένη ταχύτητα, κόντεψε να γυρίσει όλο του το κεφάλι να δει την αγαπημένη του, αλλά ευτυχώς το συνειδητοποίησε τελευταία στιγμή και έγειρε με χάρη στο πλάι, δήθεν πως χαζεύει τους όμορφους σταλαχτίτες. «Είστε καλά εκεί πίσω; Μήπως βιάζομαι;». Δεν πήρε άμεσα απάντηση και του μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά. Μετρούσε από μέσα του τα δευτερόλεπτα μέχρι ν’ ακούσει κάποια φωνή και ‘’βρόμικες’’ εικόνες περνούσαν από το μυαλό του. Η πιο δυνατή και φαρμακερή ήταν αυτή με τα χείλη του Ερμή κολλημένα στης Ευρυδίκης! Ένιωσε σαν να τον περιέλουσαν με καυτό πετρέλαιο. «Όλα καλά εκεί πίσω;… Ευρυδίκη μου;», ξαναφώναξε για να σιγουρευτεί πως τα χείλη τους είναι ελεύθερα.

«Ορφέα μου, μάτια μου, καλά είμαστε. Προχώρει εσύ μπροστά και ερχόμαστε κι εμείς από πίσω σου. Μόνο μη γυρίσεις να κοιτάξεις!», άκουσε έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα, κι αφού είχε πάει η ψυχή του στην Κούλουρη. Θα ορκιζόταν πως άκουσε και κάποια γελάκια, αλλά προσπάθησε να πάρει βαθιές ανάσες και να συνετίσει το μυαλό του… «Είναι και κοτζάμ παλικάρι ο Ερμής… Βρε, λες να ρίχνεται στην Ευρυδίκη μου κι εγώ να κοιμάμαι τον ύπνο του δικαίου;», σκεφτόταν και γούρλωνε τα μάτια του στο μαύρο κενό.

Επιβιβάστηκε πρώτος εκείνος στη βάρκα. Έκατσε στην πλώρη με το βλέμμα κολλημένο στην απέναντι όχθη. Ανυπομονούσε να φτάσουν στην πύλη και να τελειώσει το μαρτύριό του. Αφού επιβιβάστηκε και ο Ερμής, ξεκίνησε ο βαρκάρης το κουπί. Το ζεύγος –το επίσημο– αμίλητο. Ο μεν Ορφέας είχε βουτήξει στις ακόλαστες σκέψεις του για το φανταστικό ειδύλλιο που εκτυλισσόταν ερήμην του· η δε Ευρυδίκη, για να μην τραβήξει την προσοχή του αγαπημένου της και γυρίσει κατά λάθος να την αντικρίσει. Ο μορφονιός, είχε πιάσει κουβέντα με τον βαρκάρη για το αν οι αλανιάρες τσιπούρες είναι καλύτερες του ιχθυοτροφείου.

Αποβιβάστηκαν. Μετά την προβλήτα, το μαρτύριό του θα τελείωνε. Δεν έπρεπε μόνο να συγκρατεί τον εαυτό του να μη γυρίσει το βλέμμα προς την αγάπη της ζωής του. Έπρεπε να πολεμά και τη ζήλια που τον κατέτρωγε. «Ύστερα από αυτήν τη στροφή θα δούμε την πύλη. Φτάσαμε!», είπε. Δεν πήρε όμως και πάλι καμιά απάντηση… Λύγισε.

Την ώρα που γύριζε το κεφάλι του, σκεφτόταν πως ίσως δεν θα τον τσακώσει ο Πλούτωνας, γιατί προπορευόταν στη στροφή, και μάλλον δε θα την αντίκριζε. Δυστυχώς, είχε άδικο. Ήταν εκεί. Κοκέτα όπως πάντα. Με το χρυσό καλοκαιρινό μποέμ φόρεμά της. Είδε τα υγρά μάτια της για τελευταία φορά. Όπως αχνίζει η άσφαλτος τον Αύγουστο, έτσι κι η Ευρυδίκη εξαϋλωνόταν σταδιακά και βασανιστικά από μπροστά του. Η πίκρα του, απερίγραπτη. Κουλουριάστηκε κατάχαμα και άρχισε να κλαίει απαρηγόρητος.

Ο Ερμής, εν τω μεταξύ ήταν λίγο πιο πίσω και δεν είχε πάρει είδηση τι συνέβη. Μόλις είδε τον φίλο του ημιλιπόθυμο από το κλάμα, κατάλαβε. Τον σήκωσε με τα χίλια ζόρια, του τίναξε τις λάσπες από το παντελόνι και τον πήρε υπό μάλης να τον βγάλει μέχρι την πύλη.

Βγαίνοντας στο φως του ήλιου, ο Ορφέας έδωσε μια δυνατή μπουνιά στον Ερμή και τον έριξε κάτω. Έφυγε σκυφτός χωρίς να του πει τίποτα. Έκτοτε, χάθηκε στο δάσος. Ο Ερμής δε, ακόμα αναρωτιέται γιατί τις έφαγε.

Φήμες λένε πως ο Ορφέας δεν ενέδωσε σε καμιά Νύμφη, καμιά Μούσα και καμιά Μαινάδα, για να εκδικηθεί όλες τις γυναίκες. Παρ’ όλες τις προτάσεις που είχε στα μυστήρια και μυστικιστικά πάρτι που μεθούσε κάθε βράδυ. Οι Μαινάδες, ως γνωστόν όμως, δεν ανέχονται την απόρριψη: τον κατασπάραξαν ένα ζεστό δειλινό του Δεκέμβρη. Τα κόκκαλα και τη λύρα του, τα πέταξαν στις εκβολές του Έβρου. Μόνο η λύρα ξεβράστηκε στη Λήμνο, και εκτίθεται σε περίοπτη θέση στο Μουσείο του νησιού.

Ξεθωριασμένες μελιτζάνες

Ένας ασπρομάλλης, βαθιά ηλικιωμένος κύριος, μεσαίου αναστήματος, τροφαντός, με θαμπά καταγάλανα γουρλωμένα μάτια στέκεται μπροστά στη μαναβική του σούπερ μάρκετ κρατώντας μία μελιτζάνα. Κοιτάζει αναποφάσιστος και σχεδόν ικετευτικά γύρω του. Μια κοπέλα γύρω στα τριάντα πέντε τον προσπερνά διαλέγοντας καρότα από το διπλανό καφάσι. Την επιλέγει: «Αυτές κάνουν για ραγού;». Η κοπέλα σαστίζει με την αμεσότητα της ερώτησης, την εικόνα του κυρίου, όπως και με την συγκεκριμένη συνταγή για ‘ραγού’. Στο ‘ραγού’ που εκείνη μαγειρεύει, δε βάζει μελιτζάνες.

Περνούν κάποια αμήχανα και σιωπηλά δευτερόλεπτα που κοιτάζονται στα μάτια. Αυτά τα δευτερόλεπτα δείχνουν να δίνουν χρόνο και στους δυο να αξιολογήσουν την κατάσταση. Η κοπέλα θα σκέφτεται πως: Ο γεράκος θέλει βοήθεια, αλλά το ραγού έχει κολοκύθια, τι να του πω τώρα; Πώς το μαγειρεύει; Θα μπούμε σε λεπτομέρειες και πρέπει να γυρίσω σπίτι να σιδερώσω, …τον καημένο, είναι μόνος και δεν ξέρει…’ Εν τω μεταξύ ο ασπρομάλλης κύριος με το έντονο, σκανδαλιάρικο βλέμμα μάλλον σκεφτόταν:  Πώς να τη λένε άραγε; Λες να μη μαγειρεύει;  Μα, ψωνίζει λαχανικά, όλο και κάτι θα φτιάχνουν… κι αν δεν ξέρει το ραγού δεν πειράζει, έτσι την ρώτησα για ν’ ανοίξω κουβέντα μαζί της. Θα της πω το όνειρο που είδα!

Τα δευτερόλεπτα πέρασαν αστραπή, αλλά και όχι. Ο κύριος αγκυροβολημένος στη θέση του ξεκινά έναν μονόλογο μονορούφι: «Είδα στον ύπνο μου πως θα κερδίσω στο λαχείο δέκα εκατομμύρια ευρώ! Εδώ θα είσαι να σου δώσω τα πέντε; Που θα σε βρω; Να τα μοιραστούμε! Αλλά πού θα τα ξοδέψεις; Θα πας Αγγλία, στο Λονδίνο, εκεί με τη συννεφιά; Σε αυτούς ή στους Γερμανούς θα τα δώσεις;». Ενώ εκείνος μιλούσε, η κοπέλα χαμογελούσε στην αρχή αμήχανα κι ύστερα περισσότερο συγκαταβατικά όσο άκουγε με περιέργεια το χείμαρρο του μακάριου γεράκου. Ήταν σίγουρα πολύ διαφορετικός από τον μέσο όρο ηλικιωμένων που συναντάς στο σούπερ μάρκετ νωρίς το πρωί τις καθημερινές . Πολύ αισιόδοξος, εγκάρδιος, σαν να ζούσε την τελευταία ημέρα του.

Η κοπέλα, ίσα που πρόλαβε να τον διαβεβαιώσει κατηγορηματικά και περιεκτικά πως δεν θα χαλάσει τα κέρδη στην Αγγλία ούτε και στη Γερμανία, αλλά εδώ στο συγκεκριμένο αυτόν τόπο. Εκείνος επέμεινε να μάθει αν θα την βρει πάλι στο ίδιο μέρος για να της δώσει το μερίδιό της. Φαινόταν βιαστική αλλά διασκέδαζε, σχεδόν λυπόταν που δεν είχε άλλο χρόνο. Ήταν κι αυτά τα ξεθωριασμένα γαλανά παιχνιδιάρικα μάτια του… Κι έτσι του απάντησε «Φυσικά, εδώ θα είμαι, κερδίστε εσείς και θα έρθω να σας βρω εγώ, μην ανησυχείτε. Α, όσο για το ραγού, μπορείτε να πάρετε κι αυτές τις τσακώνικες… Γίνεται κι έτσι, μάλλον, το ‘ραγού’», και αυτό το τελευταίο το ψιθύρισε προσθέτοντας γρήγορα «Σας ευχαριστώ πολύ και χάρηκα περισσότερο. Μακάρι να είχα χρόνο, αλλά πρέπει να φύγω», και ξεκίνησε ν’ απομακρύνεται. «Θα πας να τα χαλάσεις στην Αγγλία ή τη Γερμανία, ε;;», φώναξε πίσω της ο ηλικιωμένος.

Η κοπέλα, μου ζήτησε να της ζυγίσω τα καρότα, του χαμογέλασε τρυφερά, τον ευχαρίστησε μια ακόμη φορά και έδωσαν ραντεβού εδώ, στο ίδιο σημείο, για να μοιραστούν και να σπαταλήσουν τα κέρδη του ονείρου.

Το φλιτζάνι

Αναποδογύριζε το φλιτζάνι αμέσως μόλις τελείωνε τον ελληνικό καφέ της η κυρά Ευανθία. Το είχε σε κακό να μην το κάνει. Είχε έρθει η φιλενάδα της από απέναντι, όπως και κάθε πρωινό από το ογδόντα τρία και έπειτα που μετακόμισαν στους Αμπελόκηπους. Αυτή η ώρα ήταν ιερή: η γυναικεία ώρα, η δική τους. Ξέδιωχναν τους άντρες και προτού να καταπιαστούν με το νοικοκυριό, έπιναν τον καφέ κι έλεγαν τα νέα. Όχι απαραίτητα τα δικά τους.

-Γρουσουζιά, Φιλιώ μου, αφού με ξέρεις. Σαν την τυφλή να’ μαι; Άιντε, ρούφα και τον δικόνε σου να δούμε και τα δικά σου τα χαΐρια… Κι είχα κακό ύπνο…
-Καλά, θα πιώ, μη με σταυρώνεις… πέσε μου για το κότσι που’ φτιασες ψες… Μέλωσε;

Η κυρά Ευανθία σήμερα καιγόταν να μάθει τί της επιφυλάσσει το φλιτζάνι. Αν μπορούσε θα έβαζε ένα χεράκι να ρίξει το κατακάθι στο πιατάκι μια ώρα αρχύτερα. Δεν είχε καλό προαίσθημα. Είδε κακό όνειρο τη νύχτα. Δεν είχε και νέα του κανακάρη της, της ψυχής της όλης, του γιόκα της του Σάκη, εδώ και μια εβδομάδα και την έτρωγε το σαράκι. Είχε κι αυτόν τον παλιόκαιρο έξω…

-Λύσσαξ’ η άτιμη Τραμουντάνα. Που νά’ μπει ο διάτανος μέσα της, δε λέει να κοπάσει…
-Τι σε μέλει εσένα; Τα ρούχα θα σου πάρει;
-Μωρή Φιλιώ, το παιδί δεν είναι μπαρκαρισμένο; Φύρανες; Αν λυσσάει εδώ έτσι, βάλε στα πέλαγα τι θε να κάνει… Άντε μου κι εσύ, πάλιωσες.
-Πωπω, ναι Ευανθίτσα μου, συμπάθα με, το παιδί… Θεριό είν’ ο Σάκης, μη τονε φοβάσαι. Γερό σκαρί.
-Δε λέει να ρημαδοπέσει κι αυτός ο καφές, να ιδώ τι θα ιδώ… Είδα άσχημ’ όνειρο εψές…
-Τη Γιώτα την επήρες;;

Η Γιώτα, η άλλη φιλενάδα, η ονειροκρίτα, κοιμάται και ξυπνά με τρεις ονειροκρίτες και έναν Μέγα Καζαμία πάντα στο κομοδίνο της. Από τότε που είδε τρεις φορές σάπια δόντια και λίγες μέρες μετά χήρεψε, τα τρέμει και τα σέβεται τα «ονείρατα», όπως τα λέει. Μια ανιψιά της είδε πως έπνιγε λαγό και ένα μεγάλο βάρος της έφυγε ύστερα, όπως της είχε προφητέψει. Μέσα πέφτει στις περισσότερες «ορμήνιες» της. Αρκεί να μην είναι κακό τ’ όνειρο. Τότε αρχίζει τις διπλωματίες.

-Ορίστε;
-Έλα Γιώτα μου, η Ευανθία είμαι.
-Έλα καλώς τη.
-Σε πήρα από καμιά δουλειά;
-Μπα, ξεσπυρνάω τη φακή. Τι να κάνω, κρύο έχει. Εσύ τι μαγείρεψες;
-Λέω μπάμιες, θα σου τα πω μετά. Γι’ άλλο σε πήρα. Είδα όνειρο.
-Τι Ευανθίτσα μου;
-Φίδια, μια θάλασσα ούλο φίδια. Νερό δεν έβλεπα απ’ τα πολλά τα φίδια.
-Φίλοι είν’ τα φίδια Ευανθίτσα μου, μη σκοτίζεσαι, φίλοι. Τα’ πιασες; Σε δάγκασαν;
-Όχι Γιώτα μου, ήμουνα στα βράχια πάνω και τήραγα τη θάλασσα. Και μέσα ήταν κι ένα μεγάλο φορτηγό, σαν αυτό που’ χει μπαρκάρει ο Σάκης μου κι η θάλασσα ήταν γιομάτη φίδια!
-Ε, μίλα και του παιδιού να ιδείς… Όλα καλά θε να’ ναι.
-Μια βδομάδα δεν τον άκουσα, δε με πήρε. Κι έχει κι ετούτον τον βλογημένο Βοριά, μας πήρε και μας σήκωσε. Να, πίνω δω καφέ με τη Φιλιώ και περιμένω και το φλιτζάνι.
-Α να γεια σου. Κι αυτό τα ίδια θα σου πει, θα ιδείς. Φίλοι που του στέκοντ’ είναι. Μιλιούνια φίλοι. Καλό’ ναι τ’ όνειρο που σου λέω. Μπας και σε δάγκασαν τα φίδια;
-Όχι καλέ σου λέω, τα τήραγα από μακριά. Τόσα πολλά δεν έχω ματαδεί.
-Βρε μη και δεν ήσαντε φίδια παρά κύματα; Είσαι σίγουρη;
-Στο σταυρό που σου κάνω.
-Καλά Ευανθίτσα μου… Φίλοι που βοηθάνε είναι είπαμε. Να τ’αφήνεις να μπαίνουν σπίτι σου, να μην τα προγκάς. Οχτρός δεν είναι αν δεν σε δαγκάσει.
-Να’ σαι καλά βρε Γιώτα μου… αλάφρωσα λιγάκι. Θα ιδώ και τον καφέ τώρα δα… Δε μου λες: πιπερίτσα βάνεις στη φακή; Πιπεράτη να την κάνεις.
-Αμ πώς;! Δε νοστιμίζει αλλιώτικα… Άντε μου γεια.
-Γειά σου Γιώτα μου, γεια.

Εν τω μεταξύ, το κατακάθι είχε γλιστρήσει όμορφα κι ωραία στο πιατάκι και το φλιτζάνι ήταν έτοιμο να διαβαστεί. Το ανασήκωσε η κυρά Ευανθία, έσκυψε, παραμόνευσε και αποφάνθηκε: «Έτοιμο Φιλιώ! Για σώπα να ιδούμε…». Το κοιτούσε από εδώ, το γυρνούσε από εκεί, το έφερνε στο φως, το κατέβαζε χαμηλά, το ανέβαζε ψηλά, το κοιτούσε γουρλωμένη κι αμίλητη. Κάποια στιγμή σταμάτησε, πάγωσε. Τσιμουδιά.

-Άντε μαρή Ευανθία, λέγε και μ’ έσκασες… Μπα σε καλό σου…

Σήκωσε το κεφάλι, την κοίταξε στα μάτια και της είπε:

-Ναααα ένα φάσκελο πεντακάθαρο!

Μπλε

Ήταν από εκείνες τις μελαγχολικές ημέρες των διακοπών στο χωριό, εμπρός στη θάλασσα, στην αμμουδιά. Θα έβρεχε, μάλλον. Κάποιοι αναχωρούσαν, παρ’ όλη τη ζέστη και που ήταν νωρίς ακόμη. Ο ουρανός, γεμάτος θυσάνους κι ένα μεγάλο παχύ σύννεφο, γκρι. Οι μισές ομπρέλες κλειστές, μπλε.

Ο Νίκος πηγαίνει σ’ αυτήν την παραλία από τότε που θυμάται τον εαυτό του. Εκεί σκέφτεται πολύ. Κάποτε μόνος, κάποτε με το κορίτσι του, κάποτε ξανά μόνος, τώρα με τη γυναίκα του. Πάλι θα σκεφτεί. Της πρότεινε να φύγουν μήπως αστράψει, μήπως βρέξει, αλλά αρνήθηκε. Έτσι κι αυτός έγειρε πίσω στηρίχτηκε στους αγκώνες του και συνέχισε να απολαμβάνει: το μπλε, το γκρι, το ξανθό της άμμου, τ’ αφρώδη κύματα που σήκωνε το μπουρίνι, λευκά.

Κλείνοντας τα μάτια του, ρούφηξε τη μυρωδιά της μακρινής βροχής και βυθίστηκε. Σκέφτηκε τη μάνα του, που έχασε έναν χρόνο πριν. Ήρθε τώρα ντυμένη με την άσπρη νυχτικιά της· κατακάθαρη, καινούρια. Μονάχα μια εικόνα της έχει έτσι. Θα ήταν έξι χρόνων εκείνος, όχι παραπάνω. Ζούσε ο παππούς του ακόμα. Ήταν όλοι μαζεμένοι έξω στην αυλή, ένα πρωινό στα μέσα της άνοιξης. Η φύση είχε κέφια. Τα κρίνα είχαν ανθίσει στο παρτέρι· λευκά κι αυτά. Σαν το χιόνι που είχε ρίξει ένα μήνα πριν και δεν μπορούσε να πάει σχολείο· για να παίξει «ιππότες και κατακτητές» με τους φίλους του στο χωράφι πίσω από το σπίτι.

Συζητούσε τώρα ο παππούς με τη γιαγιά και τη μάνα του. Για τις ελιές, τα κρασιά, τα ψάρια, τα φαγητά που θα μαγειρευτούν, πόσο ευαίσθητος είναι ο Νίκος τους, και πόσο εύκολα παίρνει τα γράμματα. Εκείνος πηγαινοερχόταν μπροστά τους, γύρω τους. Κι έπιανε και καμιά κουβέντα τους και την έκρυβε μέσα του, στις κρυψώνες του μυαλού του. Τώρα ανέσυρε τις λέξεις τους, σκονισμένες, σκόρπιες, θαμπές. Έβρισκε όμως πάντα φωτεινά τα χαμόγελα. Και τις σπάνιες γαλήνιες στιγμές, ειδικά της μάνας του. Αυτές ξανάφερνε στο μυαλό του, ξανά και ξανά. Για να τη θυμάται μόνον έτσι.

Την είχαν στείλει δώδεκα χρόνων στην Αμερική, να ζήσει με τον αδελφό της που ήταν ήδη εκεί και δούλευε. Στο χωριό δεν μπορούσαν να την κρατήσουν. Δεν υπήρχαν δουλειές ούτε και ψωμί να τους θρέψει όλους. Έπρεπε να ξεφορτωθούν ένα στόμα. Διάλεξαν εκείνη. Μεγάλωσε μακριά από γονείς, είχε αδελφό όμως, που έκανε για όλα. Τη μεγάλωσε σαν παιδί του. Εκείνη τον κοιτούσε στα μάτια κι έβλεπε την Ελλάδα, το χωριό, τη μάνα της, το σπίτι που την άφησε. Θα περνούσε ο χρόνος και θα τη γιάτρευε, με πολλή υπομονή και κόπο. Έτσι κι έγινε. Οι δουλειές πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο, τα λεφτά πλήθαιναν. Και ζούσαν αυτοί καλά και τα γερόντια πίσω στο χωριό όλο και καλύτερα.

Εκεί παντρεύτηκε. Έκανε και μία κόρη. Τη μεγάλωνε και της μάθαινε να αγαπά την Ελλάδα και την οικογένεια. Ήθελε όμως κι άλλο παιδί. Ένα αγόρι· με μπλε μάτια. Η ζωή κυλούσε και δεν ρωτούσε. Τους έδωσε μεγάλα σπίτια με κήπο, καλά σχολεία για την κόρη και χρήματα για τους ίδιους. Τα χρόνια περνούσαν και το αγόρι δεν ερχόταν. Αλλά η μάνα του υπέμενε. Δέκα χρόνια μετά, ανακάλυψε πως επιτέλους ο γιος θέλει να έρθει. Και είχαν κάθε λόγο να γιορτάσουν γενναία αυτό το νέο. Ο αδελφός της λοιπόν, είχε μια ιδέα.

Μια δυνατή βροντή τον τρόμαξε κι άνοιξε απότομα τα μάτια του. Γύρισε προς τη γυναίκα του. Μόλις είχε διακόψει κι εκείνη το διάβασμα και κοιτούσε τον ουρανό. Συνάντησε το βλέμμα της: «Μακρινή μπόρα είναι… μη  φοβάσαι», της είπε. Κι έκλεισε γρήγορα πάλι τα μάτια του να κυνηγήσει την αναπόληση που ήταν ακόμη φρέσκια.

Η ιδέα του αδελφού της ήταν να νοικιάσουν μια βάρκα, να βρουν καθαρά μπλε νερά, να τους θυμίσουν Ελλάδα. Εκείνο το αμερικάνικο καλοκαιρινό πρωινό λοιπόν, επιβιβάστηκαν όλοι, γεννημένοι κι αγέννητοι, στη βάρκα. Θα πήγαιναν σε ένα όμορφο μέρος που του είχαν υποδείξει.

«Θα βουτήξεις, Νίκο μου;» η φωνή της γυναίκας του τον επανέφερε στην πραγματικότητα. «Μπαα… θα κάτσω λίγο ακόμα, πήγαινε εσύ», της είπε κι έκλεισε με ορμή τα μάτια του για να επιβιβαστεί πάλι στον αμερικάνικο ωκεανό.

Δεν είχε μάθει λεπτομέρειες, τι ακριβώς συνέβη εκείνη τη μέρα. Ούτε η μάνα ούτε κι ο πατέρας του μιλούσαν πολύ γι’ αυτό. Η μάνα του πολύ λιγότερο. Δεν την πίεζε να του πει περισσότερα. Έβλεπε πόσο την πονούσε… Ήξερε όμως, πως έπεσαν σε τυφώνα και ναυάγησαν. Και πως πνίγηκε ο αδελφός της. Και πως εκείνος σώθηκε γιατί ήταν στην κοιλιά της. Η μάνα του έκτοτε δεν ξαναμπήκε σε καμία θάλασσα. Ούτε είδε από κοντά άλλο μπλε. Εκτός από τα μάτια του γιου της κι αυτό του ελληνικού ουρανού όταν επέστρεψαν βίαια και ρημαγμένοι στην Ελλάδα.

Το παχύ γκρι σύννεφο είχε φύγει. Η βροχή προσπέρασε, ξανάβγαινε ο ήλιος. Άνοιγαν δειλά οι κλειστές ομπρέλες. Άνοιξε κι ο Νίκος τα μάτια του και κοίταξε ψηλά να μη στάξουν τα δάκρυά του. Έπειτα πλησίασε τη θάλασσα, πήρε μια βαθιά ανάσα και βούτηξε.

Μεταφοραί – Μετακομίσεις

Ο κυρ Πίπης έκανε ένα διάλειμμα στην πυλωτή για τσιγάρο και σκέφτηκε για πρώτη φορά το εξής: στα τριάντα δύο χρόνια δουλειάς είχε μετακομίσει περισσότερους χωρισμούς παρά οτιδήποτε άλλο. Δεν τους επέλεγε. Μάλλον οι χωρισμοί τον διάλεγαν. Τα φορτηγά του είχαν δει πολλά σπίτια να κόβονται στη μέση. Ούτε το ένα ούτε το άλλο μέρος έπαιρνε· «Κι οι δυο τα δίκια και τ’ άδικά τους έχουν», σκεπτόταν, και έληγε εκεί το θέμα για εκείνον.

Αρκετές ήταν οι φορές που τον χρειάστηκαν για να στείλουν πίσω και τις μνήμες. Τις στιγμές που χαράχτηκαν πάνω σε τραπεζάκια, φωτιστικά, βιβλία, κατσαρόλες… Τα αφημένα, τα παρατημένα· επίτηδες ή και κατά λάθος. Όλα εκείνα που ξέχασε να πάρει φεύγοντας βιαστικά και λυπημένα ο ένας ή ο άλλος από την κοινή ζωή τους.

Ό,τι κι αν ήταν πάντως, χωρισμός ή αλλαγή σπιτιού, ο κυρ Πίπης έκλεινε την αυλαία. Εκείνος έβλεπε την αμίλητη στεναχώρια στον καθένα. Λιγοστές οι χαρές που είχε δει, λίγα τα χαμόγελα. Ακόμη και στα νέα σπίτια, η χαρά είχε φαγωθεί από νοσταλγία και κούραση. Κι η κούραση φορούσε τα γάντια της γκρίνιας, της αβεβαιότητας, του καινούριου.

Μα ο ξεριζωμός του χωρισμού, πάντοτε βίαιος. Ένα κομμάτι έμενε πίσω. Αυτό δε μεταφερόταν με τίποτε, ασήκωτο. Σιωπηλός, σχεδόν ανύπαρκτος, μπαινόβγαινε από δωμάτιο σε μπαλκόνι κι από ασανσέρ στο φορτηγό για τόσα χρόνια αγόγγυστα. Μόνο τα έπιπλα πρόσεχε, στοργικά. Σαν να ήταν αυτά τα ζωντανά. Τα μόνα που δεν έφταιξαν.

Πέταξε το τσιγάρο, έδιωξε τη σκέψη κι έβαλε ένα χέρι να φορτωθεί ο καναπές.

Ο πιο όμορφος Νεκτάριος

Το δεξί χέρι ακολουθούσε το υπόλοιπο σώμα του με μια καθυστέρηση. Κάπως άγαρμπα. Τεντωμένο, σαν να παρελαύνει, με μια μεγαλύτερη δυσκαμψία από τον καρπό και κάτω, που το έδενε, λες, κόμπο. Η χούφτα του, κουβάρι.

Λιγνός. Όχι ευθυτενής. Γύρω στα σαράντα πέντε. Με μαύρα, πάντοτε στιλπνά μαλλιά, χωρισμένα τακτικά στη μέση. Εκτός από το δεξί χέρι, ένα σούρσιμο στο πόδι, που φάνταζε ψηλότερο από το άλλο, δεν του επέτρεπε να επιβάλλει τα σχεδόν δύο μέτρα μπόι του όπως θα του άρμοζε. Ο Νεκτάριος ήταν ένας γίγαντας, αγνός, οξυδερκής. Με ασύγκριτη συναισθηματική νοημοσύνη μα και μια παράταιρη καθυστέρηση μαζί. Κωφός. Άτυχος πολύ.

Γεννήθηκε με ημιπληγία και κώφωση. Συμπονετικός με τους γύρω του, κι ας μη μας άκουγε. Σαν να μας νοιαζόταν βαθιά που ήμασταν αρτιμελείς, χωρίς ειδικά χαρακτηριστικά όπως αυτά που ξεχώριζαν εκείνον από εμάς τη μάζα.

Πάσχιζε να γίνεται κατανοητός με κραυγές άναρθρες αλλά πάντοτε σημαντικές. Το λεξιλόγιό του ήταν περιορισμένο στα βασικά φωνήεντα, που με κινήσεις και μορφασμούς μονάχα, προσπαθούσε να σκιαγραφήσει την κατάσταση στη χώρα. Περιέγραφε τους πολιτικούς βάσει των εξωτερικών χαρακτηριστικών τους και έπειτα ζωγράφιζε στον αέρα την επικαιρότητα με χειρονομίες. Πάντοτε ευγενικός, ποτέ άσεμνος, γενναιόδωρος.

Η κυρία Λένα, η μητέρα του, συνταξιοδοτημένη δασκάλα. Από καλή οικογένεια με περιουσία και μόρφωση. Ήταν και δική μου δασκάλα, χαριστικά. Μια κάποια σχέση της με τον πατέρα μου ήταν το εισιτήριο για τα μαθήματα και τη γνωριμία μου με τον Νεκτάριο. Κάθε Δευτέρα και Τετάρτη για τρία χρόνια, πέντε με επτά το απόγευμα, με βοηθούσε στα Αρχαία. Αρχοντογυναίκα, πληθωρική, με ένα πικρό χαμόγελο που της ξέφευγε όταν δεν ήταν σοβαρή κι αυστηρή. Ψηλή κι εκείνη, χήρα. Ζούσε μόνη μαζί του τα τελευταία χρόνια. Τον έκανε μπάνιο, τον έντυνε, του έδενε τα κορδόνια και περίμεναν τρεις φορές το χρόνο να έρθει ο Άρης από την Αμερική που ζούσε και δίδασκε. Ο μεγαλύτερος αδελφός του Νεκτάριου. Ο υγιέστατος, καταξιωμένος προστάτης τους.

Ο Άρης είχε ένα καμάρι κι ένα μαράζι. Τον αδελφό του. Δεν έφτιαξε τη ζωή του για να τον φροντίσει. Κάποτε θα πεθάνει η μάνα και θα μείνει μόνος του, είχε σκεφτεί, κι έτσι το πήρε απόφαση. Μάζευε χρήματα στο εξωτερικό, για να μείνει μαζί του όταν χρειαστεί. Κι ο Νεκτάριος όμως, είχε κι εκείνος ένα καμάρι: τον επιτυχημένο, όμορφο, μεγάλο αδελφό του που μεγαλουργεί στο εξωτερικό. Θυμάμαι πολύ έντονα πόση σημασία έδινε ο Νεκτάριος στην ομορφιά. Φαινόταν εκ πρώτης να εννοεί την εξωτερική, μα όταν συνέδεες πρόσωπα και τον χαρακτηρισμό αυτόν, καταλάβαινες γρήγορα πως εννοούσε τους όμορφους ανθρώπους από μέσα.

Ανυπομονούσα να πηγαίνω για μάθημα στην κυρία Λένα. Όχι για το μάθημα. Για να δω και ν’ ακούσω, έστω και για λίγο, εκείνον. Ήταν επιβλητικός και πολύ διαφορετικός από όποιον είχα συναντήσει μέχρι τότε. Σεβόταν το μάθημά μας, και τις ώρες αυτές φρόντιζε να πηγαίνει για τα ψώνια του σπιτιού ή να διαβάζει κι εκείνος σε κάποιο άλλο δωμάτιο. Το σπίτι (από τις δυστυχίες ‒τις καλά κρυμμένες) είχε μια μυρωδιά μελαγχολίας. Ένα βαρύ πούσι θλίψης φυλαγμένο στα ντουλάπια της κουζίνας· γύρω από εκείνο το τραπέζι που κάναμε τα μαθήματα. Μέχρι και το φως που έμπαινε από την μπαλκονόπορτα είχε ένα θολό και ακαθόριστα πικρό χρώμα. Χειμώνα, καλοκαίρι έτσι έδειχνε εκεί μέσα το φως.

Κάθε φορά που έφτανα, ο Νεκτάριος με υποδεχόταν στην πόρτα με μια ορθάνοιχτη αγκαλιά. Ήθελε να ξεκουράζει λίγο τα ταλαιπωρημένα πόδια της μητέρας του. Σαν αληθινός κύριος που ήταν, μου τραβούσε την καρέκλα να καθίσω και με ρωτούσε, μιμούμενος κινήσεις, εάν ήθελα νερό. Πολλές φορές έφτιαχνε καφέ για τον ίδιο λίγο πριν μας αφήσει στο μάθημά μας. Φρόντιζε να μου υπενθυμίζει με πατρική στοργή, μισογελώντας και κουνώντας ψευτο-αυστηρά τον δείκτη του χεριού του, πως εγώ δεν κάνει να πιω καφέ ακόμη, λόγω ηλικίας. Τότε, με περνούσε πάνω-κάτω τριάντα χρόνια.

Τελειώνοντας το μάθημα, κι όσο περίμενα τους δικούς μου στην είσοδο της πολυκατοικίας να με παραλάβουν, έκλαιγα μουδιασμένη. Δεν ήξερα για ποιον λόγο ακριβώς… Δάκρυζα κι όταν μιλούσα στους άλλους για τον όμορφο φίλο μου Νεκτάριο. Κλαίω και τώρα που μου είπαν πως πέθανε. Λίγες ημέρες μετά τη μητέρα του.

Νωπός  

Σήμερα είναι η μέρα που πέθανα. (Και κάθε μέρα που δεν τη ζούσα, μια τέτοια ήταν, εδώ που τα λέμε…). Σήμερα έχω πολύ αγαπημένους κοντά μου, από πάνω μου. Τη γυναίκα και τα δύο κορίτσια μου, τα εγγόνια και τα δισέγγονά μου. Είμαι ευτυχής! Όχι περισσότερο απ’ όσο θα ήμουν αν τους άγγιζα, αν μπορούσα να τους καθησυχάσω, αν τους συμπαραστεκόμουν στον πόνο τους… Αυτό, δε θα μου το συγχωρήσω. Μία γιατί τους το προξένησα και μία επειδή δεν είμαι εκεί να κλάψουν στην αγκαλιά μου.

Τα δάκρυα χύνονται στο πέτο μου και το χέρι μου παράλυτο: στο στομάχι μου δεμένο μαζί με τ’ άλλο. Αχ, και να μπορούσα να πάρω τη θλίψη τους μαζί μου. Να την έριχναν στο φέρετρο μαζί με τα λουλούδια. Να τους έκλεινα το μάτι με νόημα.  Όπως τότε που έπεφτε η Στεφανία απ’ το ποδήλατο, έγδερνε τα γόνατά της, κι απελπιζόταν. Όπως τότε που η Μαριώ απέτυχε να μπει με την πρώτη στο Πανεπιστήμιο. Ή τότε, πιο παλιά ακόμη, που στα κλεφτά βρισκόμουν με τη γυναίκα μου, στο δρομάκι έξω από το πατρικό της ‒πριν τη ζητήσω.

Σήμερα είναι η μέρα που πέθανα εγώ, για να γεννηθεί η θύμησή μου· οι αναμνήσεις τους μαζί μου. Εδώ κάτω στο χώμα είναι δροσερά: μια τέτοια μέρα του Αυγούστου. Όσο πιο βαθιά θα χώνομαι, τόσο λιγότερο θα τους λείπω.

Βάρδα, να σκάψω και με τα δόντια ακόμη, να μπω εκεί βαθιά. Να με ξεχάσουν.

 

Ώτος ο σκωψ

Έξω ο γκιώνης κεντά το μοιρολόι του. Ακούραστα τις νύχτες, μελιστάλαχτα. Κλαίει το χαμένο αδελφό του. Τον Αντώνη· Αντών, Ντών, Γκιών… Έτσι το ήθελε η μοίρα, έτσι τους ήταν γραμμένο. Ο ένας ν’ αποζητά τον άλλον, στο άπειρο. Μέχρι να του ανοίξει η μύτη, ώσπου να χαθεί κι ο ίδιος.

Τα ρούχα στραγγισμένα από κορμιά κείτονταν εκεί κάτω. Παραδίπλα, τα κορμιά παραγεμισμένα πόθο. Θα ήταν η τελευταία τους φορά μαζί, ο ένας μέσα στον άλλον, μα αυτό δεν το γνώριζαν ακόμη.

Αποχωρίστηκαν με δυσκολία, όπως πάντα, για ν’ ανταμωθούν ξανά σε λίγους μήνες. Θα τους κρατούσε συντροφιά η μοναξιά κι η ανάμνηση της μυρωδιάς τους. Οι ζωές τους θα κυλούσαν όπως πρώτα. Δουλειά, υποχρεώσεις, αναμονή.

Εκείνη γραμματέας κι ύστερα κόρη. Εκείνος μηχανικός στα καράβια κι ορφανός. Είχαν αποφασίσει να παντρευτούν. Κρυφός ο δεσμός τους χρόνια, μα άλλο μακριά ο ένας απ’ τον άλλον δεν άντεχε. Ύστερα κι απ’ αυτό το ταξίδι, θα έπιανε μια στεριανή δουλειά, να ζήσουν μαζί, να βρίσκεται κοντά της.

Παντρεύτηκε με τ’ άπειρο σε κείνο το ταξίδι. Για πάντα ποθητό στη μνήμη και την καρδιά της. Βούτηξε να περιποιηθεί το καράβι και έξω δεν ξαναβγήκε. Πνίγηκε. Το ίδιο βράδυ πήγε στο όνειρό της. Ξαπλωμένος ανάσκελα στο χορτάρι, χαμογελαστός, της έγνεψε τρυφερά.

Από τότε, κάθε νύχτα τον μοιρολογά με πνιχτά αναφιλητά στο μαξιλάρι. Αντώνη μου, αχ Αντώνη, Αντών… Ντών… Γκιών… Μέχρι που την παίρνει ο θρασύς ο ύπνος αγκαλιά. Ώσπου να τον ξαν’ ανταμώσει.

Εξοχικό στη Λούτσα

Ξυριζόταν ανελλιπώς κάθε πρωί στο λουτρό, με τα βεραμάν πλακάκια και την κίτρινη πορσελάνινη εντοιχισμένη σαπουνοθήκη. Είχε ασορτί κίτρινο μπουρνούζι και κίτρινες χειμωνιάτικες παντούφλες· για να ταιριάζουν χρωματικά με τη σαπουνοθήκη. Δεν τον ένοιαζε να ταιριάζει τα αξεσουάρ του με τα βεραμάν πλακάκια, παρά μόνον με τη σαπουνοθήκη. Ξυριζόταν με ένα φθηνό ξυραφάκι BIC μίας χρήσης επειδή ήταν κίτρινο κι αυτό.

Όσο κοιτούσε τον εαυτό του στον καθρέπτη και τσίτωνε με χειρουργική ακρίβεια μια τον λαιμό και μια τις φαβορίτες του, σκεπτόταν πως έπρεπε να βρει το κουράγιο χθες να πει στον προϊστάμενό του πως, η Μαρίκα έκλεψε τα χρήματα από το ταμείο και όχι αυτός και πως την είδε να τα βουτάει αλλά δεν έχει καμία απόδειξη γι’ αυτό παρά μόνον πως, η Μαρίκα είναι καπάτσα και πως του είχε πει ότι θέλει ν’ αγοράσει –ευκαιρία τώρα που μπήκε στο σχέδιο πόλης‒ ένα μικρό εξοχικό, «Προκάτ καλέ… τι νόμιζες;», στη Λούτσα, για να πηγαίνει με τον Σάββα τον γκόμενο τα σαββατοκύριακα όταν δεν θα έχει τα παιδιά, να κάνει τα μπάνια της και να είναι μαυρισμένη όλον τον χρόνο και όχι με: «Σο λά ρι ουμ χρυσέ μου… τόσο άσχετος είσαι;;»  ‒όπως αυτές στο εξωτερικό που κάθονται κάτω από τις κόκκινες λάμπες σαν τα σουτζουκάκια στα μαγειρεία‒ και να παίζει τον Θανάση της τα λιγότερο ζεστά βράδια στη βεράντα, που θα τη γεμίσει γεράνια και κάτι πολυθρόνες από καλάμια (ή μπαμπού; Δε θυμάμαι ακριβώς) και να έρχεται τις Δευτέρες κατευθείαν από τη Λούτσα στο γραφείο με το ΚΤΕΛ των επτά που έχει αφετηρία και τέρμα στο Πεδίον του  Άρεως, κοντά στο δυαράκι της στα Πατήσια, και με των τρεις να επιστρέφει πάλι εκεί κάθε δεύτερη Παρασκευή για να μην χάνει χρόνο με τον τζουτζούκο της, που δεν έχει αυτήν τη περίοδο δουλειά και μπορεί να μένει εκεί όλη την εβδομάδα για να κρατάει ζεστό το σπίτι ‒να κάνει και καμιά δουλίτσα‒ να ζουν το πάθος τους στις κουκλίστικες γωνιές που θα φτιάξει με μαξιλάρια και ριχτάρια από του Χυτήρογλου που θα πάρει στις εκπτώσεις από την Ερμού, γιατί εντάξει, τα παιδιά της μεγάλωσαν πια, δεν χρειάζεται να τα χαρτζιλικώνει όπως παλιά και πρέπει να κοιτάξει λίγο και τη δική της ζωή και να ζήσει κάτι από τα χαμένα νιάτα που της ξεζούμισε ο αχαΐρευτος πρώην σύζυγός της, αλλά ευτυχώς που επιτέλους έκανε και κάτι καλό για την ίδια και τον έδιωξε από το σπίτι πριν πέντε χρόνια γιατί της είχε φάει τη ζωή και την περιουσία στα μπουζούκια και τις πουτάνες στο Λουτράκι που ξημεροβραδιαζόταν παίζοντας όλα τους τα λεφτά στους κουλοχέρηδες, και που πούλησε μέχρι και τις καλές πιατέλες από την προίκα που της είχε πάρει η μάνα της και την άφησε με άδειο λογαριασμό και σχεδόν ξεβράκωτη να ξεκινήσει πάλι από την αρχή να μαζεύει ρόγα ρόγα τα λεφτά για να ορθοποδήσει και να νοικιάσει αυτό το μικρό διαμερισματάκι, που εντάξει δεν παραπονιέται, καθαρό είναι και καλή σπιτονοικοκυρά έχει, είναι κοντά στο γραφείο και τις συγκοινωνίες για να μπορεί να πηγαίνει μια βόλτα η καψερή με τις φίλες της στον Λαμπρόπουλο να μυρίσουν κανένα αμερικάνικο άρωμα και να αγοράσουν νάιλον κάλτσες ‒από τις ανθεκτικές, στο χρώμα του δέρματος‒ να φάνε και καμιά πάστα στου Φλόκα να γλυκάνουν το μέσα τους από τα φαρμάκια που τις έχουν ποτίσει οι λεγάμενοι, αλλά ας είναι καλά τα βλαστάρια τους που παίρνουν καμιά χαρά από εκεί, γιατί και η Λέλα και η Σούλα λάθος αρσενικά πήραν και πληρώνουν κι αυτές τώρα τα σπασμένα, τουλάχιστον όμως έχει αυτές που είναι στην ίδια ‒και χειρότερη μη σου πω‒ μοίρα μ’ εκείνη και παρηγορείται κάπως, επειδή το μόνο που ήθελε «Δε ζητούσα πολλά… Πολλά ζητούσα;», ήταν να έχει ένα νοικοκυρεμένο σπιτικό κι ένα αυτοκινητάκι, όχι κούρσα, και ένα εξοχικό κάπου να πηγαίνουν τα καλοκαίρια να παίρνουν τον καθαρό αέρα τους, να κάνουν κανένα μπανάκι και τα παιδιά και αν τα οικονομικά τους πήγαιναν καλύτερα να έπαιρναν κι ένα πλαστικό βαρκάκι, σαν αυτό που έχει ο άντρας της Μαίρης από τον 2ο και την πηγαίνει στο Αγκίστρι για ψαράκι, και να έβγαιναν μια-δυο φορές την εβδομάδα –όχι πολλά  λούσα…‒ να έπιναν το κρασάκι τους σε κάποιο ρεστοράν, να έβαζε κι εκείνη τα φορέματά της που τα είχε φάει ο σκόρος από τότε που έκανε τον κανακάρη της και έπειτα, επειδή δεν την πήγαινε πουθενά ο άχρηστος, να έβγαζαν κι ένα καλό σχολείο τα παιδιά για να έχουν μια σίγουρη δουλίτσα όπως εκείνη, που φρόντισε να είναι μόνιμη στο δημόσιο γιατί έβλεπε πως ο τεμπέλης ξυπνάει για πρωί στις τέσσερις το μεσημέρι όταν επιστρέφει εκείνη από τη δουλειά και κοιμάται –αν κοιμάται στο σπίτι‒ μετά τις έξι το χάραμα που σηκώνεται εκείνη για να πάει στην υπηρεσία να φέρει ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι, που, δε λέει, καλά τα σχολεία και τα γράμματα αλλά αν δεν έχεις τις διασυνδέσεις και τις γνωριμίες που χρειάζονται, όπως εκείνη δηλαδή που στάθηκε τυχερή ‒τουλάχιστον σ’ αυτό‒ επειδή στην αρχή ο χαραμοφάης κέρδιζε κιόλας, κι αυτές τις φορές την έβλεπε ο ήλιος τις Κυριακές και το φεγγάρι τα Σαββατόβραδα που την έβγαζε στα μπουζούκια ν’ ακούσουν τη Μαρινέλλα και τον Τόλη ‒που πολύ της άρεσε σαν άντρας‒ και γνώρισε κι εκείνη κάποιους από την υψηλή κοινωνία ‒φίλους του ακατανόμαστου‒ που έπαιζαν τα λεφτά από τα καράβια τους στα «καζίνα» και μετά τα σκόρπαγαν στα πιάτα και τα γαρύφαλλα στις πρώτες πίστες της Αθήνας με τα μεγαλύτερα ονόματα στις μαρκίζες, και έτσι κι εκείνη από το γινάτι της που ο άλλος την παράταγε και ξενοκοιμόταν, πλεύρισε κανά-δυο χωνεμένους στην κυβέρνηση «Πολιτικάντηδες παιδί μου…», τους έταξε την ψήφο της για να της κάνουν το ρουσφέτι και να βολευτούν όλοι, και ευτυχώς(!) να λες που της είχε κόψει και δεν τους ζήταγε χρυσαφικά και γούνες σαν τις άλλες χαμένες αλλά μια θεσούλα στο δημόσιο να βγάζει τα δικά της λεφτουδάκια και να μην έχει κανέναν ανάγκη, επειδή έβλεπε πως τους πηγαίνει στον γκρεμό ο μπεκρής άντρας της και δεν είχε όρεξη να καταλήξει στα παγκάκια να του κάνει παρέα, γιατί εκείνη άλλα είχε ονειρευτεί…«Αααχ, περνούσα εγώ έξω από τους σινεμάδες και φυσούσα… μποφόρ», και αλλιώς της τα έφερε η ζωή, αλλά δεν είναι από αυτές που κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια και δεν βουτάνε τις ευκαιρίες από τα μαλλιά, και τώρα που είπε μαλλιά, να θυμηθεί να κλείσει ραντεβού στη Νίτσα να της περάσει τη βαφή…

Αντί αυτών, παραδέχτηκε συγκαταβατικά στον προϊστάμενό του πως τα χρήματα ήταν δική του ευθύνη, και εφόσον λείπουν από το ταμείο θα τ΄ αντικαταστήσει παρ΄ αυτά.

Ηρωίνα

Λεπτομέρεια: το βλάψιμο των ματιών του. Μια ανυπομονησία μαζί και φόβος, για κάθε τι που θα φέρει η ζωή ‒κάθε στιγμή της‒ διάχυτα, έκδηλα, ευκρινέστατα. Όλα εκεί στα μάτια του αποτυπωμένα. Όταν τον αντίκρισα, η αμηχανία με καθήλωσε.

Έτυχε να δουλέψει για μια εβδομάδα στο απέναντι σπίτι από το δικό μας. Μια μέρα χρειάστηκε ένα πριόνι και μας χτύπησε το κουδούνι: «Είμαι το παιδί από απέναντι που κάνει δουλειές». Έτσι μας συστήθηκε. Μου ρήμαζε την ψυχή. Όνομα δεν είχε; Γιατί δεν συστηνόταν με τ’ όνομά του; Ποια ηρωίδα του το έκλεψε; Ποια ηρωίνη του το σάπισε;

Σχεδόν όμορφος· ακόμη. Και πολύ νέος. Παρά το εσωτερικό γήρας του. Ντροπαλός, ταπεινός κι ευγενικός. Μα πόσο ευγενικός… Θα έλεγες πως από κάποιο σκηνοθετικό λάθος κατοίκησε τον κόσμο αυτόν. Πώς δεν είναι για εδώ…

Και μικρός ήταν διαφορετικός. (Μας μίλησαν γι’ αυτόν ‒με οίκτο‒  κάποιοι καλοθελητές συντοπίτες. Χωρίς να τους ρωτήσουμε).  Σε όλους φάνταζε κάποτε αλλιώτικος. Θες η αύρα, το στήσιμο του σώματος, μία κάποια (χαμένη τώρα πια) λάμψη από μέσα… Ο καθένας είχε δει σ’ αυτόν κάτι θαυμαστό και ζηλευτό. Κι εκείνος, φορτωμένος προσόντα για το ‘άλλο’, το μεγαλύτερο: ανίδεος, απροβάριστος.

Άρχισε να στολίζει το κορμί του με μελάνια. Ξεκίνησε από τα χέρια· κι ύστερα έσταξε μελάνι παντού. Κι εκεί που πονά πιο πολύ, το περισσότερο.  Να κρυφτεί πίσω τους. Να μη βλέπει κανείς, ό,τι ήταν τέλος πάντων αυτό που έβλεπε.

Εξαφανίστηκε, περιπλανήθηκε, αργόσβηνε καθημερινά. Πήγε σ’ ερημιές, βούλιαξε, ένιωσε γίγαντας, πως όλα είναι εντάξει, πως όλα θα πάνε καλά. Τρυφερές αγκαλιές που στερήθηκε, μανάδες και πατεράδες παρόντες παντού. Έμεινε άστεγος, αδέσποτος.

Μια νύχτα ξύπνησε δίπλα στην πρωταγωνίστρια του έργου του. Εκείνη είχε πεθάνει προ ημερών. Είχε αρχίσει η σήψη: βρομούσε. Κανείς δεν ξέρει τι δεν άντεξε το παιδί από απέναντι περισσότερο: τη βρόμα ή το θάνατο…

Τώρα δουλεύει μεροκάματα στη γη. Σε δέντρα και σε κήπους. Τους δίνει ζωή· ή άραγε τους παίρνει;

Πόσο είναι το καθόλου;

-Κι αν πονέσω;
-Κι αν δεν πονέσεις;
-Τόσο το καλύτερο. Αν όμως πονέσω; Σίγουρα δε θα πονέσω λίγο.
-Και γιατί είναι σίγουρο αυτό;
-Όταν πόνεσα, πόνεσα πολύ.
-Δηλαδή, ή καθόλου ή πολύ; Μόνο έτσι ξέρεις να πονάς;
-Ακριβώς.
-Και όταν δεν πονάς καθόλου, είναι γιατί δε ζεις καθόλου;
-…
-Δε μου απάντησες.
-Δε μου χρειάζεται να πονάω για να δείχνω ζωντανός.
-Μα και βέβαια όχι. Αλλά η ζωή αυτό ξέρει να κάνει καλά και δίχως διακρίσεις. Όταν έρχεσαι πονάς, όταν φεύγεις πάλι πονάς. Ενδιάμεσα… εκεί κι αν πονάς. Όλοι οι πόνοι, της αγάπης είναι παιδιά.
-Όταν δεν είσαι δεμένος με τίποτα και κανέναν, ζεις ελαφρύτερος. Πονάς λιγότερο.
-Μα καταλήξαμε σ’ αυτό. Εσύ δεν πονάς λίγο ή λιγάκι ή περίπου πολύ ή υποφερτά. Εσύ ή πολύ ή καθόλου. Και για να καταλάβω… όταν λες ‘καθόλου’ εννοείς πως πονάς τόσο όσο το καθόλου;
-Μα δεν πονάει το καθόλου.
-Εμένα με πονάει. Πολύ.
-Δηλαδή πώς;
-Μένουν κομμάτια μου στ’ αζήτητα. Ξεχνιούνται. Σκληραίνουν και γίνονται στο τέλος κάλοι. Κι o κάλος πρέπει να κοπεί. Κι αυτό πονάει: επειδή το άφησες να γίνει, επειδή κόβεται και επειδή μένει εκεί ένα κενό. Γι’ αυτό.
-Γι’ αυτό κι εγώ φροντίζω, εδώ και χρόνια, να προφυλάσσω τα κομμάτια μου. Κι έτσι, καθόλου δε φοβάμαι.
-… Δηλαδή, πόσο καθόλου;

Στη βεράντα

Η Λίζα τα καλοκαίρια, κάθε που νύχτωνε, κι εφόσον είχε τελειώσει τις δουλειές της, έβγαινε στη βεράντα. Έπαιρνε για συντροφιά τα τσιγάρα κι ένα ποτήρι κρασί και καθόταν απέναντι από την ολάνθιστη κλαίουσα. Εκεί, στο σκοτάδι, συγχρωτιζόταν με τους βραδινούς ‒σχεδόν απόκοσμους‒ ήχους, και τις μυρωδιές της υπόλοιπης φύσης.

Μία απ’ αυτές τις νύχτες ήταν γλυκιά και δροσερή, περισσότερο ήσυχη. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά κι άδειασε μέσα της αυταρχικά, το κρασί από το ποτήρι. Τότε ήταν που, χωρίς προειδοποίηση καμία, ρούφηξε λαίμαργα μαζί κι ένα αστέρι. Το κατάπιε ολόκληρο, με την τελευταία γουλιά. Αμάσητο, ατόφιο.

Το υπέρλαμπρο αστέρι πάσχιζε να χωνευτεί. Λαμπίριζαν τα σωθικά της. Φώτισε όλη η βεράντα. Το σπίτι. Η γειτονιά. Η πόλη κι η χώρα όλη. Το φως τρωγόταν με τα μέσα της. Φούντωνε τη Λίζα. Το αστέρι τώρα είχε αρχίσει να γίνεται λάβα. Μαύρη κι αχώνευτη. Πέτρωνε, σκοτείνιαζε ο τόπος.

Σηκώθηκε τότε, πήγε κάτω από την κλαίουσα που χόρευε ρυθμικά. Έσκυψε κι έβαλε τον δείκτη του χεριού της μέσα στο στόμα.  Ξέρασε μια μαύρη πέτρα. Σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε τον ουρανό και είπε: «Μαύρα θα σας κάνω, σαν αυτό, αν μου ξαναδοθείτε έτσι απλόχερα», κι έκατσε να τελειώσει το τσιγάρο της.

 

(Το συγκεκριμένο διήγημα διακρίθηκε στο διαγωνισμό με θέμα «Φως» του bythebook και έχει συμπεριληφθεί στο συλλογικό έργο. https://goo.gl/XJgUQy )

Χυδαίος καιρός

Ελιά στην ελιά, η φλόγα κρυφή. Ο Ιάρρυθμος απέναντι στο τζάκι συλλογίζεται αυτούς που κρυώνουν. Δε νοιάζεται να ζεσταθεί ο ίδιος, παρά μόνον πώς δε θα κρυώνει κανένας. Συζεί τρία χρόνια τώρα με μιαν αρρώστια που ούτε το όνομά της δεν έμαθε να προφέρει. Σκοτεινή, όλο μυστήριο.

Στα δεκαέξι του φτασμένος, δεν ξενυχτά με τους φίλους του, δε βγαίνει ραντεβού, δε λέει ψέματα, δεν παίζει μπάσκετ, δεν κάνει κοπάνα από το φροντιστήριο. Κάνει ό,τι του λένε οι θεράποντες. Κάθε φορά και κάτι καινούριο. Ούτε στο σχολείο είναι τακτικός ‒δυστυχώς‒ επειδή του συνιστούν να πολεμά τα βλαμμένα κύτταρα τις πρωινές ώρες. Μου τις σύστησε ως Ακτίνες Χ. Επειδή είναι υπερ-ήρωας. Επειδή μπορεί, έτσι σπάνιος που είναι.

Ο Ιάρρυθμος, εκτός από πειραματόζωο, είναι αριστερόχειρας, έχει δυο μελιά μάτια, μια συλλογή από ποδήλατα μινιατούρες, μία μικρή αδελφή και πολλά όνειρα. Επίσης, δε θέλει να κρυώνει κανείς τον χειμώνα: άστεγοι, άποροι, πρόσφυγες, κανείς μας. Οι γιατροί του είπαν πως έχει ένα μήνα ζωής. «Θα έχει γλυκάνει ο καιρός μέχρι τότε», σκέφτηκε.

Στον Άγγελο

Έκατσε αργά στην καρέκλα της κουζίνας. Κοίταξε την ποδιά της που είχε λαδιές από το φαγητό που μαγείρευε. Όλο το σπίτι μύριζε μαϊντανό. Το παράθυρο απέναντι από το πρόσωπό της, έφερνε καλοκαιρινή μεσημεριάτικη ραστώνη.

Βρήκε στο τραπέζι μολύβι. Είχε πάρει και χαρτί. Πάλευε τώρα να κρατήσει το μολύβι όρθιο πάνω στο χαρτί με τα δυο της χέρια. «Η μύτη να ακουμπά και να γλιστράει στη σελίδα», θυμήθηκε την εγγονή της. Με λίγες αχνές μουντζούρες τα κατάφερε. Πίεσε πολύ στο πρώτο γράμμα. Το «Άλφα το μεγάλο». Κοντοστάθηκε. Ποιο γράμμα πήγαινε μετά; Αυτό που είναι σαν ατύλιχτο τσουρέκι και μετά κι άλλο ένα τέτοιο, και μετά το «ε» και μετά…

Ήθελε να του γράψει. Νόμιζε πως έτσι τον αγγίζει. Πότε δεν έμαθε ούτε την αλφαβήτα. Δε βαριέσαι… Θα τη μάθαινε τώρα μόνη. Κι ας ήταν ογδόντα δύο χρόνων.  Έτσι, θα ένιωθε κοντά του όλες τις ώρες.

Από έξι χρόνων, εκείνη μάζευε βαμβάκι. Η μάνα της πέθανε στη γέννα και ο πατέρας έκτοτε ρήμαξε το συκώτι του και πέθανε λίγα χρόνια αργότερα. Την έστειλαν παραδουλεύτρα στο σπίτι του δασκάλου που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Και η γυναίκα του την έδερνε συνέχεια. Ούτε την αλφαβήτα δεν της έμαθαν. Στο σπίτι του δασκάλου· δεκατέσσερα χρόνια.

Ο Άγγελος πήγε στα δεκαεννιά του στην Αυστραλία. Μόλις που είχε σηκωθεί από το αναπηρικό καρότσι, χτυπημένος από σκλήρυνση κατά πλάκας. Πόσο της έμοιαζε. Επίμονος. Ξεροκέφαλος. «Θα περπατήσω πάλι μάνα» της είχε πει. Και το έκανε. Αλλά έφυγε. Για μια δουλειά και ένα μέλλον· μακριά της πολύ.

Είχε έξι κορίτσια κι εκείνον· στην άλλη άκρη. Έμαθε να βάζει τα γράμματα στη σειρά, το ένα δίπλα στο άλλο, αργά, δυνατά και προσεκτικά για να του γράφει. Γράμματα πιο τρυφερά κι από χάδια. Λέξεις πνιγμένες στην αγάπη και την προσμονή. Έτσι του έλεγε πόσο της έλειπε. Κάθε μέρα και μια λέξη.

Σκληρές σταγόνες

Μια ημέρα, επιτέλους περισσότερο υγρή και μουντή, (θα έβρεχε ή όχι, λίγη σημασία έχει) ο κύριος Κάπα ωμέγα σίγμα ταυ άλφα σίγμα τελικό θα έπαιρνε την ομπρέλα μαζί του φεύγοντας από το σπίτι. Θυμήθηκε, εντελώς τυχαία (;), πως την είχε αγοράσει από έναν πλανόδιο σε ένα ταξίδι του και πως ήταν η πιο αγαπημένη (ομπρέλα) που είχε κρατήσει στα χέρια του.

Μετά τον πλανόδιο, σκέφτηκε εκείνο το μοναδ(χ)ικό ταξίδι. Σ΄ εκείνην την πόλη πριν τρία χρόνια· που μύριζε νίκελ, μέταλλο, ατσάλι και κολόνια. Οι άνθρωποί της μύριζαν ανθρωπίλα, η πόλη όμως μοσχοβολούσε σίδερο και αρωματικό χώρου. Είχε ταξιδέψει μόνος για εκεί, ελπίζοντας πως θα κάνει φίλους όταν φθάσει. Ο πρώτος φίλος που έκανε στις δέκα μέρες ήταν ο πλανόδιος (επειδή αντάλλαξαν πάνω από τρεις κουβέντες· στην αγοραπωλησία) και η αμέσως επόμενη φίλη του, η ομπρέλα. Με την τελευταία (και μόνον) κρατά ακόμη στενές επαφές.

Πάντοτε, ημέρες σαν την σημερινή, την αναζητά και θέλει βγαίνοντας από το σπίτι, να την κρατά σφιχτά στο χέρι του. Η ομπρέλα του έφερνε στο μυαλό (εκτός από το ταξίδι που πάντα πρωτοθυμάται), καλοκαιρινές αμμουδιές, τα χάρτινα διακοσμητικά που έβαζαν στα κοκτέιλ στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα στην Ζάκυνθο που είχε πάει (τις μοναδικές) διακοπές με τους δικούς του, κατάλευκες Κινέζες στον Παρθενώνα που συνάντησε στην εκπαιδευτική εκδρομή της τετάρτης δημοτικού, κομψές Ροδίτισσες (που για κάποιο λόγο του είχε αποκαλύψει συνωμοτικά η μάνα του πως ψάχνουν γυναικολόγους για γάμο), τις σπασμένες ακτίνες του κίτρινου ποδηλάτου του, καμιά φορά και μπανέλες ‒σαν αυτές που είχε το ξηλωμένο σουτιέν της δεύτερης ξαδέρφης του στο χωριό και την τσιμπούσαν κάτω από τη μασχάλη‒ καθωσπρέπει κυρίες στο Κολωνάκι έξω από βιτρίνες με πανάκριβα παπούτσια να στηρίζουν το ένα χέρι επάνω τους, θεωρίες και ιδέες κάτω από την ίδια ομπρέλα (κάπου το είχε ακούσει αυτό και του άρεσε), κρυμμένα όπλα στον άξονά της για λογαριασμό κρατικών δολοφόνων (που είδε σε κάποιο μουσείο στο εν λόγω ταξίδι), τη Μαίρη Πόππινς και τον Αστυνόμο Σαΐνη να προσγειώνονται, τις πράσινες γαλότσες που του είχε κάνει δώρο ο πατέρας του (το πρώτο και τελευταίο) για να μαζεύει ελιές, βροχές, βροχές, βροχές, τα ουράνια τόξα που κυνηγούσε μικρός, συναχωμένες μύτες και ξυλιασμένα πόδια, το παράθυρο στο γυμνάσιο που έσταζε και διέκοπτε το μάθημα της κυρίας Πι έψιλον ταυ άλφα σίγμα τελικό, τη λακκούβα με το λασπωμένο νερό που είχε αδειάσει επάνω του (όσο περίμενε στη στάση το λεωφορείο για να πάει στη δουλειά) εκείνος ο βιαστικός οδηγός (αυτό το γαϊδούρι), και άλλα πολλά…

Μ΄ αυτά και μ’ αυτά, ούτε που κατάλαβε πως πέρασε κι αυτή η μέρα, παρέα με την ομπρέλα. Το φθινόπωρο είχε γίνει η αγαπημένη εποχή του. Ερχόταν και βροχερός χειμώνας, όπως είχαν προβλέψει… Ένιωθε ήδη πολύ-λίγο μόνος.

Ο παππούς και ο Γιάννης

Έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πηδούσε ξύλινους φράχτες, λακκούβες με πρωτοβρόχινο νερό. Προσπερνούσε καμήλες, καρότσες, πραματευτάδες. Είχε έρθει ο Μιχάλης και έπρεπε να τον δει και να του μιλήσει. Να δει με τί μοιάζουν οι γενναίοι· ο μεγάλος του ξάδερφος. Είχε μάθει πως ήταν τραυματισμένος στο μέτωπο πολεμώντας. Είχε οικογένεια πίσω στην Αθήνα. Και τώρα είχε έρθει να δει τους θείους του στη Σμύρνη.

Λίγες μέρες πριν, ο Γιάννης είχε χάσει πατέρα και παππού μέσα σ’ ένα μήνα. Είχε χάσει δύο πατεράδες. Ο παππούς ήταν αυτός που τον μεγάλωσε, όταν η μάνα του πέθανε στη γέννα της μικρής αδερφής του. Η οποία κι αυτή πέθανε στην έλλειψη της μάνας. Κι ήταν μόλις δεκατριών χρόνων τώρα. Ορφανός, ανήσυχος και άδειος.

Τον πήρε ο θείος Στέφανος στο καφενείο του στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Το σπίτι που θα έμενε, από πάνω. Έβλεπε όλων των λογιών τους εμπόρους και τα καλά του κόσμου που μετέφεραν. Από το μπαλκόνι του έβλεπε και το πράσινο ψηλά και το μπλε χαμηλά, μέχρι που αυτό χανόταν στον ορίζοντα. Αυτός ήταν ο δικός του κόσμος. Καμιά φορά τον έπαιρναν στ’ αμπέλια και τα χωράφια για να μαθαίνει πώς βγαίνει η σταφίδα και πώς τα καπνά. Τώρα όμως όλα αυτά δεν ήταν αρκετά. Είχε έρθει ο Μιχάλης και ήθελε να κοιτάξει μέσα από εκείνον· εκεί που δεν έφταναν τα δικά του μάτια.

Τον περιεργαζόταν, σώπαινε. Κοιτούσε μια αυτόν μια τους συγγενείς του. Είχαν στρώσει στο μεγάλο τραπέζι έξω από το μαγαζί και έπιναν κρασί για το καλωσόρισμα. Ανέπνεε βαθιά να πάρει κουράγιο και γέμιζαν τα ρουθούνια του κανέλλα που έξυνε η θειά Σοφιά πάνω από την κατσαρόλα.  Ετοίμαζε το αγαπημένο του Μιχάλη. Σουτζουκάκια, σμυρναίικα.

Για μια στιγμή, ο Μιχάλης τον κοίταξε με μια δόση τραχιάς γλύκας και τότε σαν να του έδωσε λίγο από το θάρρος του. Αλλά και πάλι… Μιλούσαν οι μεγάλοι. Δεν μπορούσε να διακόψει. Τον ρωτούσαν σοβαρά και με λαχτάρα να τους πει για τον πόλεμο, για τους εχθρούς. Ποιό ήταν το σχέδιο της Αθήνας τώρα που ήρθε στη Σμύρνη ο ελληνικός στρατός. Τον καταβρόχθιζαν. Δεν υπήρχε χώρος για τις ερωτήσεις του Γιάννη. Βρήκε μια γωνιά στην άκρη του μαγαζιού και τους παρατηρούσε. Τους  άκουγε προσεκτικά παρ’ όλο που δεν ήξερε να υπολογίσει τη σημασία όσων έλεγαν. Μετρούσε μόνο τα πρόσωπα τους, ζύγιαζε τη γλώσσα του σώματός τους.

Έμοιαζε αιώνας μέχρι όλα να τελειώσουν. Και το φαγητό και το κρασί σαν από παραβολή· ατελείωτα. Σηκώθηκε επιτέλους ο Μιχάλης να πάει στην κάμαρα που του είχαν ετοιμάσει, να ξαποστάσει μια στάλα. Έτρεξε πίσω του, κι αυτή τη φορά θα ρωτούσε. Δε θα είχε άλλη ευκαιρία. «Μιχάλη, θα τα καταφέρω μόνος στην Αθήνα;», είπε λαχανιασμένος. Δεν περίμενε απάντηση. Αυτήν, την είχε· μέσα του. Κάποιο καιρό τώρα.

Τρεις μέρες μετά μπήκε στο ατμόπλοιο «Αδριατικός». Τι κι αν ο θείος Στέφανος και η θειά Σοφιά προσπάθησαν να τον συνετίσουν. Το καφενείο, τα αμπέλια και τα καπνά δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν πια. Ήθελε να κάνει το σάλτο. Να ξεκινήσει τη δική του αρχή, να αμολήσει τις δικές του ρίζες. Να γίνει πατέρας και παππούς. Να γίνει πολλές φορές πατέρας.

Ο ελαιοχρωματιστής

Ο Σωτηράκης από μικρός βοηθούσε στις αγροτικές δουλειές. Με κρύο ή ζέστη, στην Ήπειρο τα ξινά ευδοκιμούσαν. Δίπλα στους παππούδες μάθαινε τη γη. Κλειστό παιδί και ήσυχο. Δεν τραβούσε στα γράμματα και τον έστειλαν σ’ έναν θείο να μάθει την τέχνη του ελαιοχρωματιστή.

Του άρεσε ν’ ασπρίζει, να μεταμορφώνει τους τοίχους, να τους βλέπει να παίρνουν ζωή. Του άρεσαν και τα χρώματα, πολύ. Έγινε καλός. Μεγαλώνοντας δούλευε μόνος. Πήρε και μια γυναίκα από το χωριό. Όμορφη και παχουλή. Χόρεψαν Καζαντζίδη στους αρραβώνες· που τον άκουγε και στη δουλειά και τον ταξίδευε.

Έκαναν μια κόρη. Όμορφη και όχι παχουλή. Μετακόμισαν στην Αθήνα γιατί οι δουλειές στην Ήπειρο λιγόστευαν. Έπρεπε να πάει και το κορίτσι σε μια σχολή… Να μάθει μια τέχνη. Όταν πια έπιασε δουλειά στο κομμωτήριο και τακτοποιήθηκε κι εκείνη, ησύχασε ο Σωτηράκης.

Αγόρασαν με τον καιρό κι ένα εξοχικό κοντά στην Αθήνα. Να πηγαίνουν να πατούν χώμα. Να παλεύει με καμιά δουλειά και ο Σωτηράκης, να ξεχνιέται από τις υποχρεώσεις και τη λησμονιά του χωριού. Όσο περισσότερο αρρώσταινε η γυναίκα του, τόσο πιο συχνά πήγαινε στο εξοχικό. Μόνος. Καθόταν δυο μέρες και μετά έφευγε. Ολιγομίλητος και αφηρημένος. Φιλικός με τους γείτονες. Όταν του μιλούσαν, απαντούσε. Αγαθός, άκακος.

Πάντρεψε την κόρη του, έγινε παππούς, έθαψε τη γυναίκα του. Πέρασαν τα χρόνια. Πάτησε τα εβδομήντα ο Σωτηράκης.  Τώρα πήγαινε συχνότερα στο εξοχικό. Άνοιγε διάπλατα τα παράθυρα που κοιτούσαν στον δρόμο, φορούσε το μαύρο δαντελωτό νεγκλιζέ και το κατακόκκινο κραγιόν του και απολάμβανε χαμογελαστός τον εαυτό του στον καθρέπτη. Από την κουζίνα ακουγόταν Καζαντζίδης.

Τέσσερις, σχεδόν πέντε, γυναίκες

Μια, δυο φορές, σκέφτηκα ν’ ανέβω στη σοφίτα και να κατεβάσω το σεντούκι. Να ξεδιαλύνω ό,τι έχει μέσα. Νυφικά, όπλα, κηροπήγια, κουρελούδες, μάνταλα. Όλα έξω. Να ζήσουν πάλι. Ν’ αναβιώσουν οι μνήμες.

Το νυφικό ημικίτρινο. Της προγιαγιάς Έλλης. Μακρυμάνικο. Αν δεν προσπαθούσε τόσο να γίνει λευκό, δε θα αντιλαμβανόσουν πως πρόκειται για νυφικό. Αυτό, και το βάρος. Όχι τόσο το καθαρό· όσο το βάρος που κουβαλάει στις πλάτες του. Δύσκολα τα χρόνια με τον προπάππο Γιώργη. Πείνα, κρασί, παιδιά και ξύλο. Δώδεκα της έκανε. Μα η προγιαγιά Έλλη, σαν το έλατο. Αγέρωχη. Η παλιά στόφα, ήθελε τις γυναίκες όχι μόνο πιο ανθεκτικές, αλλά και περήφανες. Καμία λύπηση. Μα πώς τα κρατούσαν μέσα τους;

Η γιαγιά Πηνελόπη, πιο εκσυγχρονισμένη. Ύφαινε τις κουρελούδες και πήγαινε στις κουφάλες των δέντρων κι ομολογούσε τους πόνους της· να μείνουν μυστικοί. Πείνα, κρασί, χαρτιά, παιδιά και ξύλο. Είχε μεγαλύτερη ποικιλία εκείνη. Ο παππούς, έτρωγε όλα τα λεφτά σε κρασιά και χαρτιά. Κι έτσι δεν προλάβαινε να μπει στο σπίτι ούτε ένα καρβέλι. Από πείνα πέθανε ο Νικολής τους. Γι΄ αυτό και η γιαγιά μου πήρε ένα βράδυ την κουμπούρα, πήγε στο πανηγύρι της πλατείας, βρήκε τον παππού να μπεκροπίνει πρώτος και καλύτερος, και τον σκότωσε. Μπροστά σ’ όλους. Και κανείς δεν είπε τίποτα. Ήξεραν γιατί είχε πεθάνει το παιδί. Κι ο χωροφύλακας ακόμη, τη φυγάδευσε να μην πάει φυλακή. Και της έσωσε και δεύτερη φορά τη ζωή. Την παντρεύτηκε. Και της έκανε δυο αγόρια και δυο κορίτσια.

Η μάνα μου ήταν η μικρότερη. Δουλευταρού κι ευαίσθητη. Μάζευε καπνά και ζύμωνε από εφτά χρόνων. Αυτό θυμάται μέχρι τα δεκατέσσερα που έφυγε από το χωριό για την Αθήνα. Πήρε μαζί της μόνο το μάνταλο της πόρτας. Να μη ξεχάσει την είσοδο· το σπίτι. Η δουλειά κι ο πατέρας μου την κράτησαν σφιχτά. Μετά έκανε κι εμάς… Ευτυχώς, η ‘καλοπέραση’ δεν κληρονομήθηκε. Μόνο το σεντούκι.

Όταν μου το έδωσε στο γάμο μου, έβαλα μέσα ένα κηροπήγιο. Φωτιά στα παλιά και φως για τα καινούρια. Μ΄ αυτό θέλω να πορεύεται κι η κόρη που περιμένω.

Στο υπόγειο

Τρία μέτρα κάτω από το σπίτι τους, έζησαν τριακόσιοι Αρμένιοι. Τότε που έπρεπε να ζουν κρυμμένοι ή αλλιώς να μη ζουν καθόλου.  Από πάνω, δύο κορίτσια μεγάλωναν στους ψιθύρους. Σιωπούσαν φοβισμένα για τις ίδιες και για τους ανθρώπους κάτω από τα πόδια τους.

Ο Παντελής, καλός πατέρας, προεστός, έμπορος, καλοσυνάτος, αντάρτης· επαναστάτης. Ήταν νέος, δίκαιος. Έλληνας του Πόντου. Όχι Αρμένης. Είχε χρήματα και φιλότιμο. Αυτά ήταν αρκετά για να τους φυλάξει στο υπόγειο και να σωθούν. Μέχρι που τον κρέμασαν, για παραδειγματισμό, μια παγωμένη ημέρα στην πλατεία της Σαμψούντας. Είχε προλάβει ωστόσο να ναυλώσει καράβι, λίγο πριν να μπει το ΄19. Τους έκρυψε στα εμπορεύματα που έστελνε στην Κωνσταντινούπολη.

Σώθηκαν κι οι δυο, μικρές ακόμα τότε, κόρες του. Τις ανέλαβε ο αδερφός του. Δραπέτευσαν στη Ρωσία, μετά στην Ελλάδα κι από εκεί στον Καναδά, όπου και εγκαταστάθηκαν. Εκεί γεννήθηκαν δύο εγγόνια του, από τη μία του κόρη. Την ιστορία του γενναίου παππού τους Παντελή, την έμαθαν από τη μάνα και τη θεία τους. Την άκουγαν κι από άλλους ομογενείς. Τώρα πια, όχι ψιθυριστά.

Μετά από είκοσι χρόνια, η Ήρα, η μία εγγονή, πήγε για σπουδές στο Παρίσι. Απέναντι από το δώμα που έμενε, ένας στριφνός, αγέλαστος, τσιγκούνης, βλοσυρός γέρος είχε φούρνο. Όλοι τον φοβούνταν. Λαχταρούσε τις τυρόπιτές του, αλλά στο τέλος του μήνα τελείωναν τα χρήματά της κι έμενε νηστική. Ο γεροτσιγκούνης, ούτε ν’ ακούσει για βερεσέ. Ούτε νέους ήθελε. Έμοιαζε να μη θέλει κανέναν άνθρωπο. Η Ήρα έμαθε πως ήταν Αρμένης.

Μια μέρα που πεινούσε πάρα πολύ, μπήκε μέσα στον φούρνο με φόρα. Μ΄ αυτήν τη ξεδιάντροπη νεανική αφέλεια.  Άρχισε να του λέει τα παράπονά της και πως δεν θα χάσει τα χρήματά του και πως θα πρέπει να τη λυπηθεί που πεινάει και να της δώσει, έστω με πίστωση, κάτι να φάει. Και πως τελικά, είναι ανθρώπινο να πεινά ο διπλανός σου και εσύ να τον βοηθάς. Και πως αυτό το έμαθε από τον παππού της που μπορεί να μην τον γνώρισε αλλά ξέρει πόσο έχει βοηθήσει άλλους που είχαν ανάγκη στην Σαμψούντα. Ειδικά Αρμένιους. Μόνο τότε, ο καμπουριασμένος γέρος σήκωσε το βλέμμα του και τη ρώτησε πώς λεγόταν ο παππούς της. Η Ήρα απάντησε με μια ξελιγωμένη παραίτηση: «Ποιμενίδης».

Τότε εκείνος έκανε δύο βήματα πίσω, γούρλωσε τα μάτια, και σε μια στιγμή είχε πέσει στα γόνατα. Έψαξε το χέρι της, το φίλησε και έκλαψε πολύ. Όσο και τότε. Στο υπόγειο του παππού της.

Μια κλέφτρα στο νερό

Περπατούσε αργά, με σκυμμένο το κεφάλι στην αμμουδιά. Ο πρωινός αέρας μύριζε ιώδιο. Η θάλασσα, έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα. Αγκάλιαζε με το κάθε επόμενο κύμα της το προηγούμενο. Αέναα. Ένα απ’ αυτά, είχε φέρει εμπρός στα πόδια του τώρα μία νέα γυναίκα. Γυμνή. Με ένα χαμόγελο κολλημένο στα χείλη της. Με χάλκινα μακριά μαλλιά και όμορφο κορμί. Στο πόδι της ήταν δεμένο με σχοινί, ένα πλαστικό μπουκάλι. Με κάτι μέσα, που έμοιαζε με χαρτί. Αν δεν ήταν μωβ το πρόσωπό της από το θάνατο, ο Μίλτος θα ορκιζόταν πως η γυναίκα αυτή απολαμβάνει τα πρώτα χάδια του ήλιου.

Χωρισμένος πρόσφατα από μια σχέση έντεκα χρόνων, είχε σιχαθεί να κοιμάται μόνος. Κι έτσι, δεν κοιμόταν πολύ. Έκανε μακριές πρωινές βόλτες στην παραλία και σκεφτόταν το μεγάλο έρωτά του· που τον διέλυσε. Είχε σχεδόν αποσυντεθεί. Σαράντα πέντε χρόνων τώρα ο Μίλτος, αδυνατούσε να ξεπεράσει τ’ αξεπέραστα και να τα πιάσει όλα απ’ την αρχή.

Κοίταξε γύρω του ανήσυχος αλλά δεν είδε κανέναν. Σχεδόν σωριάστηκε ανήμπορος δίπλα στο πτώμα και αφέθηκε να κοιτάζει λιγωμένος τη θάλασσα. Άδειος. Σκεφτόταν το βίαιο θάνατο. Έκλεισε τα μάτια του και άρχισε να κλαίει βουβά.

Μισή ώρα μετά, η παραλία είχε γεμίσει περίεργους ανθρώπους, αστυνομία, λιμενικούς, δημοσιογράφους και ένα ασθενοφόρο. Τώρα ο αέρας μύριζε οίκτο. Αφού του έκαναν ένα σωρό ερωτήσεις, τον άφησαν να φύγει. Πήγε κατευθείαν για ύπνο.

Το επόμενο πρωί, αγόρασε εφημερίδα, γύρισε στο σπίτι κι έκατσε στην πολυθρόνα του να πιει καφέ. Στη δεύτερη σελίδα, βρήκε την είδηση. Η γυναίκα είχε πνιγεί τρεις μέρες πριν ξεβραστεί στα πόδια του. Είχαν δημοσιεύσει και το σημείωμα από το πόδι της. Το πρωτότυπο σε φωτογραφία και από κάτω μεταφρασμένο. Άναψε τσιγάρο, ρούφηξε μια γερή γουλιά καφέ και ξεκίνησε να διαβάζει.

«Τον γιο μου τον λένε Αμέλ Χαρασάντ. Είναι πέντε χρόνων. Έχει ένα σημάδι από μαχαίρι στο λαιμό. Είναι στη μαύρη βάρκα που θα μας πήγαινε Χίο. Δε χωρούσε κι εμένα. Τον έντυσα με τα ρούχα μου και του είπα πως εγώ θα πήγαινα κολυμπώντας να τον βρω. Σας παρακαλώ, βοηθήστε τον, μην τον στείλετε πίσω. Δεν έχει μείνει τίποτα πίσω για εκείνον. Ο Θεός να σας έχει καλά. Σερμίν Χαρασάντ».

Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε το ταβάνι. Το λευκό, κενό, ακούνητο ταβάνι. Παύση. Η στάχτη από το τσιγάρο του είχε πέσει στο πάτωμα. Μύριζε καμένο. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Έμεινε έτσι πολλή ώρα. Μουδιασμένος. Μόλις του είχαν κλέψει την ψυχή.

Συνέχισε να ζει μόνος, σαν φάντασμα, μέχρι το τέλος του.