Σ.

7:15 με την αλμύρα στα μαλλιά

έφυγε το καράβι, έφυγες κι εσύ

πουθενά δεν στέκομαι και δεν μπορείς να είσαι παντού,

όπου μπλε κι εμείς εκεί.

Η αλμύρα σου τρώει και το κορμί, στο τρώει από το πρωί.

Πήγες ανάποδα από τον άνεμο, φοβήθηκες για μας

άνοιξες τα μάτια σου μεσοπέλαγα, έτσουξαν.

Η αλμύρα, ο βοριάς, εσύ κι εγώ για τέσσερις μέρες.

Ο Αχιλλέας άφαντος. Τον έψαξες στα μάτια σου: τον φαντάστηκες κορίτσι,

στο λιμάνι· σαν να τον άκουσες να έρχεται…

Πήγαινέ με ξανά: έλα πάρε με, καβάλα στ’ άλογο.

Θα σε περιμένω με το Αιγαίο στα μαλλιά. Νύχτωσε.

Τα μάτια γουρλωμένα αλλά λοξά,

σαν πίνακας του Φ.

 

Καλό Καλοκαίρι! Ραντεβού τον Σεπτέμβρη! 

Βασίλισσα

Από τα κομμένα λουλούδια δε θα τρυγήσουν οι μέλισσες. Θα μείνουν στο βάζο να γίνει η γύρη τους καπνός, μες στα ρουθούνια μας να μπλέξει.

Στα κομμένα λουλούδια δε θα βουτήξουν οι μέλισσες ‒τσουλήθρα στα πέταλά τους δε θα κάνουν. Αυτές οι μέλισσες που τώρα πια τελειώνουν… Μέλι στο μέλλον μάλλον δε θα’ χει για τούτα τα χείλη.

Τσίμπα με να ξυπνήσω και πέθανε έναν θάνατο που διάλεξες. Μύρισε στα ρουθούνια μου τη γύρη που σου έλειψε· πάρε με μαζί σου, μη μ’ αφήνεις.

 

Καλό Πάσχα!

 

Εκεί που ζω

Ένας τόπος, τόσος δα. Μια σταλιά. Χώρα, σπίτι, πατρίδα. Προορισμός και ρίζα. Μέσα του, ψυχές μεγάλες· τόσες: να!

Μια άγρια αμυγδαλιά πάνω από το κεφάλι μου και μια ελιά πιο δίπλα. Θα φάω, θα πιω, θα ζεσταθώ. Και σκιά το καλοκαίρι. Να’ τη κι η θάλασσα! Να την ατενίζω, να μ’ αγκαλιάζει πότε πότε ‒πάντοτε. Άλλο κάτι δε μου λείπει. Αγέλη μου τα ζώα. Μουσική μου τα πουλιά. Ο ήλιος το χαλί· το μαγικό μου. Από εκεί να ξεκινώ κι εκεί να ξαναγυρνώ. Μονάχη μου ή και όχι.

Μα όταν πέφτει αυτός ο ήλιος κι έρχονται τα σκοτάδια, τότε πρέπει να μπορώ να μένω πιο γενναία. Να κοιμίζω τα πουλιά, τα δέντρα και τους σκύλους και να ρίχνομαι βαθιά μέσα στη νύχτα· αμπαρωμένη μέσα κι έξω.

Το σκοτάδι: αυτό το ξένο, μακρινό κι άπιαστο! Βλέπω ένα μαύρο φως κι αυτό ειν’ όλο. Δεν το ξέρω. Δεν το μπορώ. Και πέφτω, κουτουλώ πάνω του σαν υπνοβάτης. Από άλλη διάσταση φερμένη. Ονειρική, πιο αγνή. Κι εκείνο αδυσώπητα με κόβει στα δυο, τα τέσσερα, τα χίλια τα κομμάτια.

Κι αφήνομαι στο χάραμα να επουλωθώ.

 

(Το διήγημα έχει συμπεριληφθεί στο τρίτο τεύχος της Άνω Κάτω Τελείας [ΑΚΤ] ψηφιακού περιοδικού του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, http://www.theatre.uoa.gr/ereyna/ekdoseis/hlektronikes-ekdoseis/anw-katw-teleia-akt.html )

 

::Καλό καλοκαίρι!!! Ραντεβού τον Σεπτέμβρη::

Μπουντρούμια

Τα σχολεία κι οι φυλακές, απέναντι στη θάλασσα χτισμένα. Και τα δυο τα βάζουν με τις φουρτούνες, χαροπαλεύουν.

Τα μυαλά στα σχολεία σκοτεινά, κλειστά κι ανήλιαγα. Τα παράθυρα στις φυλακές, σιδερένια και τυφλά.

Η θάλασσα τρέμει τη ματιά και των δυο. Μόνο η μυρωδιά της εισχωρεί. Τρυπώνει και κάθεται σαν πάχνη. Ερεθίζει τις αναπνοές.

Τα ίδια τα σχολεία γίνονται φυλακές, κι οι φυλακές σχολεία.  Άνθρωπος μπαίνεις και στα δυο. Από κανένα δε βγαίνεις ίδιος.

Μιαν αγάπη να’ χεις, βγαίνοντας με απολυτήριο την έχασες. Και στα δεκαοχτώ και στα τριάντα οκτώ και στα πενήντα οκτώ. Στην κλέβει το σχολείο, στην αρπάζει. Την καταθέτεις στο φυλάκιο, την κατέχει.

Μπαίνεις μόνος, βγαίνεις μοναχός. Στριμώχνεις το μυαλό σου στο πρώτο θρανίο να πάρεις μεγαλύτερους βαθμούς. Στριμώχνεσαι με το δίσκο στους πρώτους να πάρεις μεγαλύτερη μερίδα.

Περνούν οι μέρες, οι μήνες, οι χρόνοι, οι αιώνες, οι στιγμές και οι ζωές: ανελεύθερες. Ανήμπορες, αδιάφορες. Ζωές παράλληλες, βαλτωμένες.

Πανσέληνος στην τσέπη       

Στη μάνα

 

Σε βλέπω· κι αν δεν σε δω χάνεται η βαρύτητα. Εσύ και μάνα και πανσέληνος. Ολόγιομη, παντοδύναμη. Χωρίς εσένα στροβιλίζομαι και καίγομαι: γύρω μου.

Σε κοιτάζω· κι αν δεν σ’ αντικρίσω χάνεται ο μήνας. Ο χρόνος λειψός. Εσύ και στήριγμα και μάνα. Ολόφωτη, ζωοδόχα.

Κάθε τόσο του μηνού, εκεί. Κι εγώ από κάτω σου μικρή κι ανήμπορη, ακατέργαστη.

Δωσ’ μου φως και λίγο από σένα.

Με κοιτάζεις, με ολοκληρώνεις· είμαι το άλλο σου μισό. Αυτό το κομμάτι που σου λείπει τις υπόλοιπες ημέρες του μήνα.

Ένα παράθυρο στον κόσμο να’ χω. Τίποτε άλλο δε θα θέλω. Να σε κοιτάζω όπου κι αν είμαι, να σε κουβαλώ. Στην τσέπη μου. Μέσα μου, ολάνθιστη, φωτερή. Πάντα εκεί, κι εδώ και παντού.

Γέρασε μαζί μου, σ’ εκλιπαρώ.

Φέγγε μου να γίνομαι σκιά σου.

Μαρουλιά

Είχε ζήσει σε σπίτια φίλων. Άλλοτε, σε βίλες. Με ενοίκιο και στα δυο.
Στα πρώτα με μηδενικό. Στις δεύτερες με τσουχτερό.
Τα έβρισκε, τα δούλευε, τα κέρδιζε. Τα σπαταλούσε. Τα χάριζε, τα έψαχνε, τα δάνειζε.
Μισή ζωή σκεφτόταν πώς θα τα βγάλει και την άλλη μισή πού θα τα βάλει.
Τα χρήματα γι’ αυτόν, ήταν πάντα μια εκκρεμότητα.

Δούλεψε σερβιτόρος, για να τα μεταφέρει.
Εργάστηκε σαν διαφημιστής, για να τα εξορύσσει.
Απασχολήθηκε ως διερμηνέας, για να τα υπαινίσσεται.
Κάπου άκουσε να τα ονομάζουν ‘μαρούλια’.
Έγινε αγρότης. Φύτεψε μια μαρουλιά.
Την ποτίζει από τότε με το σάλιο του.
Είναι ελεύθερος.

Ένας μεταξοσκώληκας κάνει ωτοστόπ

Τα πρωινά όχι. Τα μεσημέρια όμως, δεν άντεχε να μην κάνει ωτοστόπ. Η ζέστη κόρωνε. Από το σχολείο στο σπίτι, μία ώρα δρόμος. Όσο περίμενε να τον διαλέξει κάποιος οδηγός, ονειρευόταν. Τα όνειρά του ξόρκιζαν το καυτό τώρα. Όλα έδειχναν θαύμα.

Μέσα στο κουκούλι τυλιγμένος, η ζωή περιοριζόταν σ’ αυτά που μπορούσε να φτάσει με τα πίσω πόδια και τα μπροστινά χέρια του. Στα σκοτεινά, εκεί όπου όλα είναι σημαντικά κι άγνωστα μαζί. Εκεί που τα ένστικτα κερδίζουν.

Η μαμά του ήταν η καλύτερη του κόσμου· έτσι έλεγε σε όλους. Τον μεγάλωσε ψιθυρίζοντάς του πως, ακόμα και το σάλιο του είναι πολυτιμότερο κι από χρυσάφι ‒τόσο εκκωφαντικά σπουδαίο τον γαλούχησε. Αν και το κουβάρι της κοινής ζωής τους μικρό: έφυγε νέα. Ταξίδεψε για τη Δύση· χωρίς επιστροφή. Πριν φύγει πρόλαβε και του έπλεξε ένα δεντρόσπιτο, που όμοιό του δεν ξανάδαμε. Τον φίλησε, μ’ εκείνα τα μεταξένια χείλη της, και τον αποχαιρέτησε: «Γιέ μου, να ονειρεύεσαι! Χωρίς κρεβάτι· όρθιος. Πηχτή και διάφανη θα ρέει η ζωή σου».

Και τώρα να τον: μεγάλος και τρανός, έξω από το σχολειό να περιμένει. Διδάσκει στους μικρούς πόσο πολύ μεγάλοι είναι.