Εκεί που ζω

Ένας τόπος, τόσος δα. Μια σταλιά. Χώρα, σπίτι, πατρίδα. Προορισμός και ρίζα. Μέσα του, ψυχές μεγάλες· τόσες: να!

Μια άγρια αμυγδαλιά πάνω από το κεφάλι μου και μια ελιά πιο δίπλα. Θα φάω, θα πιω, θα ζεσταθώ. Και σκιά το καλοκαίρι. Να’ τη κι η θάλασσα! Να την ατενίζω, να μ’ αγκαλιάζει πότε πότε ‒πάντοτε. Άλλο κάτι δε μου λείπει. Αγέλη μου τα ζώα. Μουσική μου τα πουλιά. Ο ήλιος το χαλί· το μαγικό μου. Από εκεί να ξεκινώ κι εκεί να ξαναγυρνώ. Μονάχη μου ή και όχι.

Μα όταν πέφτει αυτός ο ήλιος κι έρχονται τα σκοτάδια, τότε πρέπει να μπορώ να μένω πιο γενναία. Να κοιμίζω τα πουλιά, τα δέντρα και τους σκύλους και να ρίχνομαι βαθιά μέσα στη νύχτα· αμπαρωμένη μέσα κι έξω.

Το σκοτάδι: αυτό το ξένο, μακρινό κι άπιαστο! Βλέπω ένα μαύρο φως κι αυτό ειν’ όλο. Δεν το ξέρω. Δεν το μπορώ. Και πέφτω, κουτουλώ πάνω του σαν υπνοβάτης. Από άλλη διάσταση φερμένη. Ονειρική, πιο αγνή. Κι εκείνο αδυσώπητα με κόβει στα δυο, τα τέσσερα, τα χίλια τα κομμάτια.

Κι αφήνομαι στο χάραμα να επουλωθώ.

 

::Καλό καλοκαίρι!!! Ραντεβού τον Σεπτέμβρη::

Μπουντρούμια

Τα σχολεία κι οι φυλακές, απέναντι στη θάλασσα χτισμένα. Και τα δυο τα βάζουν με τις φουρτούνες, χαροπαλεύουν.

Τα μυαλά στα σχολεία σκοτεινά, κλειστά κι ανήλιαγα. Τα παράθυρα στις φυλακές, σιδερένια και τυφλά.

Η θάλασσα τρέμει τη ματιά και των δυο. Μόνο η μυρωδιά της εισχωρεί. Τρυπώνει και κάθεται σαν πάχνη. Ερεθίζει τις αναπνοές.

Τα ίδια τα σχολεία γίνονται φυλακές, κι οι φυλακές σχολεία.  Άνθρωπος μπαίνεις και στα δυο. Από κανένα δε βγαίνεις ίδιος.

Μιαν αγάπη να’ χεις, βγαίνοντας με απολυτήριο την έχασες. Και στα δεκαοχτώ και στα τριάντα οκτώ και στα πενήντα οκτώ. Στην κλέβει το σχολείο, στην αρπάζει. Την καταθέτεις στο φυλάκιο, την κατέχει.

Μπαίνεις μόνος, βγαίνεις μοναχός. Στριμώχνεις το μυαλό σου στο πρώτο θρανίο να πάρεις μεγαλύτερους βαθμούς. Στριμώχνεσαι με το δίσκο στους πρώτους να πάρεις μεγαλύτερη μερίδα.

Περνούν οι μέρες, οι μήνες, οι χρόνοι, οι αιώνες, οι στιγμές και οι ζωές: ανελεύθερες. Ανήμπορες, αδιάφορες. Ζωές παράλληλες, βαλτωμένες.

Πανσέληνος στην τσέπη       

Στη μάνα

 

Σε βλέπω· κι αν δεν σε δω χάνεται η βαρύτητα. Εσύ και μάνα και πανσέληνος. Ολόγιομη, παντοδύναμη. Χωρίς εσένα στροβιλίζομαι και καίγομαι: γύρω μου.

Σε κοιτάζω· κι αν δεν σ’ αντικρίσω χάνεται ο μήνας. Ο χρόνος λειψός. Εσύ και στήριγμα και μάνα. Ολόφωτη, ζωοδόχα.

Κάθε τόσο του μηνού, εκεί. Κι εγώ από κάτω σου μικρή κι ανήμπορη, ακατέργαστη.

Δωσ’ μου φως και λίγο από σένα.

Με κοιτάζεις, με ολοκληρώνεις· είμαι το άλλο σου μισό. Αυτό το κομμάτι που σου λείπει τις υπόλοιπες ημέρες του μήνα.

Ένα παράθυρο στον κόσμο να’ χω. Τίποτε άλλο δε θα θέλω. Να σε κοιτάζω όπου κι αν είμαι, να σε κουβαλώ. Στην τσέπη μου. Μέσα μου, ολάνθιστη, φωτερή. Πάντα εκεί, κι εδώ και παντού.

Γέρασε μαζί μου, σ’ εκλιπαρώ.

Φέγγε μου να γίνομαι σκιά σου.

Μαρουλιά

Είχε ζήσει σε σπίτια φίλων. Άλλοτε, σε βίλες. Με ενοίκιο και στα δυο.
Στα πρώτα με μηδενικό. Στις δεύτερες με τσουχτερό.
Τα έβρισκε, τα δούλευε, τα κέρδιζε. Τα σπαταλούσε. Τα χάριζε, τα έψαχνε, τα δάνειζε.
Μισή ζωή σκεφτόταν πώς θα τα βγάλει και την άλλη μισή πού θα τα βάλει.
Τα χρήματα γι’ αυτόν, ήταν πάντα μια εκκρεμότητα.

Δούλεψε σερβιτόρος, για να τα μεταφέρει.
Εργάστηκε σαν διαφημιστής, για να τα εξορύσσει.
Απασχολήθηκε ως διερμηνέας, για να τα υπαινίσσεται.
Κάπου άκουσε να τα ονομάζουν ‘μαρούλια’.
Έγινε αγρότης. Φύτεψε μια μαρουλιά.
Την ποτίζει από τότε με το σάλιο του.
Είναι ελεύθερος.

Ένας μεταξοσκώληκας κάνει ωτοστόπ

Τα πρωινά όχι. Τα μεσημέρια όμως, δεν άντεχε να μην κάνει ωτοστόπ. Η ζέστη κόρωνε. Από το σχολείο στο σπίτι, μία ώρα δρόμος. Όσο περίμενε να τον διαλέξει κάποιος οδηγός, ονειρευόταν. Τα όνειρά του ξόρκιζαν το καυτό τώρα. Όλα έδειχναν θαύμα.

Μέσα στο κουκούλι τυλιγμένος, η ζωή περιοριζόταν σ’ αυτά που μπορούσε να φτάσει με τα πίσω πόδια και τα μπροστινά χέρια του. Στα σκοτεινά, εκεί όπου όλα είναι σημαντικά κι άγνωστα μαζί. Εκεί που τα ένστικτα κερδίζουν.

Η μαμά του ήταν η καλύτερη του κόσμου· έτσι έλεγε σε όλους. Τον μεγάλωσε ψιθυρίζοντάς του πως, ακόμα και το σάλιο του είναι πολυτιμότερο κι από χρυσάφι ‒τόσο εκκωφαντικά σπουδαίο τον γαλούχησε. Αν και το κουβάρι της κοινής ζωής τους μικρό: έφυγε νέα. Ταξίδεψε για τη Δύση· χωρίς επιστροφή. Πριν φύγει πρόλαβε και του έπλεξε ένα δεντρόσπιτο, που όμοιό του δεν ξανάδαμε. Τον φίλησε, μ’ εκείνα τα μεταξένια χείλη της, και τον αποχαιρέτησε: «Γιέ μου, να ονειρεύεσαι! Χωρίς κρεβάτι· όρθιος. Πηχτή και διάφανη θα ρέει η ζωή σου».

Και τώρα να τον: μεγάλος και τρανός, έξω από το σχολειό να περιμένει. Διδάσκει στους μικρούς πόσο πολύ μεγάλοι είναι.

Άσπρα

Πέφτει παγωμένο νερό. Έξω πέφτει χιόνι. Ασπρίζουν τα έλατα. Μέσα, η μια καύτρα διαδέχεται την άλλη. Δεν έχει σπάσει το κρύο ακόμα. Το ραδιόφωνο παίζει χαμηλά. Χαλί στη ζωή μας: την εδώ, την τωρινή. Τούτη τη ζωή που ζούμε· στο βουνό, στο πράσινο. Μέσα στα χιόνια. Άσπρα, κάτασπρα, βαμβακερά. Ώσπου να ξημερώσει, δε θα βλέπουμε τίποτε άλλο. Ώσπου να ξημερώσει μια νέα χρονιά.

Κάθε πρώτη του Γενάρη, πρέπει να είμαστε στο βουνό. Να βλέπουμε την άσπρη μέρα. Και τη νύχτα. Τάχα πως θα πάει καλύτερα ο χρόνος. Αυτός ο αλήτης. Ο μάγκας. Ο κλέφτης. Ο λωποδύτης. Που σε μαγεύει κι έπειτα σε ληστεύει. Όπως τότε, που ήμασταν νέοι, περισσότερο νέοι… Και μας υποσχόταν αδιάκοπα όνειρα: γλυκά, δυνατά, τολμηρά. Κι ύστερα ερχόταν βιαστικός κι ανυπόμονος. Για τα ρέστα.

Όμως, να… Δεν το βάζουμε κάτω. Ανεβαίνουμε στα πέδιλα. Κρατάμε τα μπατόν. Παγώνει ο αέρας στα μάτια. Κατεβαίνουμε τους χαραγμένους δρόμους. Τους στρωμένους, κάποιους απάτητους.

Κι όσοι χρόνοι κι αν περάσουν, κι όσοι ανεμοστρόβιλοι απατεώνες χρόνοι, εμείς θ’ ανεβαίνουμε ψηλά. Στις κορυφές. Να κρατηθούμε απ’ το σύννεφο. Να ξεγελάμε τον αλήτη. Αυτόν τον κλέφτη.

Παχύδερμο ρολόι τοίχου

-Ν’ αφήσεις το αραχνιασμένο ρολόι στην ησυχία του. Αλίμονο…

-Ο δευτερολεπτοδείκτης απειλείται σου λέω. Κουβάρια οι ιστοί. Καταλαβαίνεις; Θα κολλήσει η ώρα!

-Να σταματήσει· έτσι! Να ησυχάσει η ψυχή μου από το τικ τακ τικ τακ ΤΙΚ ΤΑΚ… Δεν τη λυπάσαι πια;

-Θα σου λείψει κάποτε ο χρόνος και θα τον ζητάς πίσω… Και τότε ποιόν θα ικετεύσεις; Σ’ εμένα θα έρθεις να γυρέψεις το φτερό, να τον γαργαλήσω (κι εγώ θα χασκογελώ στο πρόσωπό σου εμπρός, με τα μεγάλα δόντια μου).

-Ο χρόνος μαράζι είναι και τώρα. Και μη μου πεις πως φταίνε οι αράχνες. Άκου τον: λαχανιασμένος και νωχελικός σαν νευρασθενικό παχύσαρκο με πλατυποδία ‒καθόλου δε θα μου λείψει.

-Έστω, άσε με να ξεσκονίσω τα νούμερα, τις ώρες: να ξεχωρίζεις τα μεσημέρια από τ’ απογεύματα. Μη με κρατάς σε μια γωνία.

-Κοίταζε το δικό σου, του χεριού σου. Κούρδιζέ το να σου παίζει τικ τακ τικ τακ, ν’ αποκοιμιέσαι, να νανουρίζεσαι. Βάζε το χέρι σου μαξιλάρι, να σου ψιθυρίζει με τα ζεστά χνώτα του τις ώρες, τα λεπτά και τις στιγμές μέχρι να υπνωτίζεσαι και να ξεχνάς· μακάρια να προβάρεις τον θάνατο κάθε που κοιμάσαι μέχρι να ξημερώνει η επόμενη. Αυτό κάνει καλά. Δεν περνά για να ξεχνάς! Όχι. Σε χαυνώνει να μην σκέπτεσαι. ΞΥΠΝΑΑΑΑ!

Άσε κάτω το φτερό και σπάσε το ρολόι. Αν σ’ αγαπάς.