Ληγμένοι τόποι

Νέες χώρες. Τέτοιες, που η ιστορία τους χωρά σε δυο βιβλία. Νέα οικοδομήματα βλέπεις… Νέοι τρόποι· νεωτερικοί, πρωτοπόροι, μα και ξένοι. Δίχως παρελθόν. Αντίθετα μ’ αυτό το μυστηριακό που κρυφοκαίει στις παλιές γειτονιές των άλλων χωρών. Αυτή η καταγραμμένη ωριμότητα στις ίνες του κορμιού, του στενού, του ναού, του σχολειού, ενός γηπέδου, θεάτρου, νεκροταφείου, πανεπιστημίου…

Σε μια τέτοια νέα χώρα πήγε ο Λεωνίδας, αφού πρώτα μεγάλωσε και ανδρώθηκε σ’ ένα χωριό μιας παλιάς. Στις παλιές χώρες, δυστυχώς, παλιώνουν κι οι δουλειές. Τελειώνουν. Είχε την ατυχία να ζήσει την εποχή που τελείωναν τις δουλειές. Και τη χώρα.

Μάζεψε τις παλιές εικόνες του, τις έβαλε σε μια καινούρια βαλίτσα κι έφυγε. Είναι ακόμα εκεί· εδώ και οκτώ χρόνια. Η βαλίτσα πάλιωσε.

 

(Το διήγημα έχει συμπεριληφθεί στο τρίτο τεύχος της Άνω Κάτω Τελείας [ΑΚΤ] ψηφιακού περιοδικού του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, http://www.theatre.uoa.gr/ereyna/ekdoseis/hlektronikes-ekdoseis/anw-katw-teleia-akt.html )

Αφέγγαρη νύχτα

Η θεά Αλήθεια φόρεσε το κλαρωτό φουστάνι της, έπιασε έναν επιβλητικό κότσο τα μαλλιά, έριξε μια βαθιά ματιά στην αντανάκλασή της στο τζάμι της εξώπορτας, και με μια παιδική υπόκλιση (πιάνοντας από τη μία άκρη το φόρεμά της) ξεκίνησε. Έπρεπε να βρεθεί με τη θεά Ψεύτρα. Η συνάντηση είχε οριστεί στο δάσος. Δεν θ’ αργούσε να φτάσει. Ή έτσι τέλος πάντων νόμιζε… Αθήνα – δάσος πόσος χρόνος δα;

Από στόμα σε στόμα, η Ψεύτρα ταξίδευε με ευκολία και αποτελεσματικά. Είχε βάλει τα πιο εντυπωσιακά παπούτσια της, τόνισε τη χοντροκομμένη μέση της με μια σφιχτή ζώνη, φόρεσε τις βλεφαρίδες και το κοκκινάδι της, άφησε λυτά τα ψωριάρικα μαλλιά της και τα σκέπασε μ’ ένα ψάθινο καπέλο. Καθότι πιο κοινωνική, μετακινούνταν με άνεση και πάντα φιλοξενούμενη. Τριγυρνούσε αμέριμνη, σφυρίζοντας και κλείνοντας συνωμοτικά το μάτι στους νέους ανθρώπους της. Έτρωγε στα οικογενειακά τραπέζια, φώλιαζε στα ζεστά κρεβάτια τους. Την κερνούσαν δρομολόγια, φιλοφρονήσεις, ακόμη και υποσχέσεις. Την πρόσεχαν και την φρόντιζαν σαν μέλος της οικογένειας. Κάποιοι δε, ούτε που να φανταστούν πως θα την αποχωρίζονταν. (Αν μπορούσαν, θα της έβαζαν λουρί να την κανακεύουν σαν κατοικίδιο). Μα εκείνη έπρεπε να πάει παντού. Είχε και το ραντεβού…

Η Αλήθεια από την άλλη, χτυπούσε τις πόρτες και κανείς δεν άνοιγε. Κοιτούσαν από το ματάκι της πόρτας και μόλις την αντίκριζαν, κράταγαν την αναπνοή και τα μάτια τους ‒από τον πόνο‒ μην τους πάρει χαμπάρι. Περιπλανιόταν στους παράδρομους μόνη κι έρημη. Λερωνόταν τ’ όμορφο φουστάνι της, σκίζονταν τα παπούτσια της. Ελάχιστοι αντάλλασσαν κουβέντες μαζί της, σπάνιοι οι φίλοι. Οι ηλιαχτίδες μονάχα την ακολουθούσαν, ταλαντεύονταν και της έδειχναν τον δρόμο. Μόνη, σκεπτική, ολοστρόγγυλη κι ανυποχώρητη, προχωρούσε και καλημέριζε. Την υποδέχονταν με καχυποψία, την παραμέριζαν. Κάποιοι νεότεροι αρνούνταν να την κοιτάξουν στα μάτια. Μα εκείνη συνέχιζε, επέμενε. Έπρεπε να φτάσει στη συνάντηση…

Δεν διάλεξε το ίδιο μονοπάτι με την Ψεύτρα για το δάσος. Εκείνη ταξίδευε σε μια νοητή ευθεία, δυσπρόσιτη. Η Ψεύτρα αντιθέτως έκανε κύκλους. Η άμοιρη θεά Αλήθεια, από τη φύση της αγνή, είχε την εντύπωση πως όλο και κάποιος θα την εμπιστεύονταν να την εξυπηρετήσει και έτσι δεν θ’ αργούσε στο ραντεβού. Γελάστηκε. Η Ψεύτρα κρυμμένη στο τσεπάκι, κάλπαζε από τη μια άκρη στην άλλη μέσα από καλώδια, αυτιά, γράμματα, ελπίδες, λευκές ανοησίες. Ενώ εκείνη, πάσχιζε ακόμη να βγει από τις κατοικημένες περιοχές, να πάρει τα βουνά. Ξυπόλητη πια.

Κάποια νύχτα αφέγγαρη –και γι’ αυτό σκοτεινή– έφτασε η Ψεύτρα στο δάσος. Έδειχνε έξω από τα νερά της, ίδρωνε. Ήδη από το τελευταίο χωριό και πέρα, σαν τυφλή προχωρούσε στα χαμένα. Δεν είχε ξεμακρύνει ποτέ τόσο πολύ από ανθρώπους. Στη φύση δεν είχε πατήσει ξανά το πόδι της, δε γνώριζε κανέναν εδώ. Κοιτούσε αριστερά, κοιτούσε δεξιά, πουθενά η Αλήθεια. Άκουγε τα γάργαρα νερά και τις κουκουβάγιες και φοβόταν, έτρεμε τη μοναξιά της, ετοιμαζόταν να φύγει. Ώσπου, μέσα από το κοντινό πλατάνι πετάχτηκε ένας λαγός, έτσι μαγικά. Στρουμπουλός και στιλπνός, σαν καινούριος. Μασουλούσε, κατάπινε καχύποπτα, και κάποια στιγμή της είπε: «Ακόμα κι αυτόν;». Η Ψεύτρα χλώμιασε, κατάλαβε τον λόγο της συνάντησης και απάντησε «Εκείνος με φλερτάρει…». Εν τω μεταξύ έφτανε αγκομαχώντας η θεά Αλήθεια, τους άκουσε και φώναξε: «Είσαι μικρή και άπειρη για να διεκδικείς τον Χρόνο».

 

Απόγευμα κι ένα σύκο

Την κρυφοκοιτούσε να ξεφλουδίζει ένα σύκο επιστρέφοντας από το καθιερωμένο απογευματινό μπάνιο της. Κάθε τέτοια ώρα για δεκαπέντε ημέρες αυτό τον σήκωνε από τα δροσερά σεντόνια του μεσημεριανού ύπνου του. Ήξερε πως θα περάσει κάτω από το μπαλκόνι του. Έρχονταν και οι δυο κάθε καλοκαίρι εδώ· άραγε και στα όνειρά της;

Γλίστρησε το βλέμμα του στο πορτοκαλί χαλί πάνω στη θάλασσα: βασίλευε ο ήλιος. Έμοιαζε να φωτίζει περισσότερο τη γη από κάτω. Ονειροπόλησε την ανατολή, πως δεν τελείωνε η ημέρα. Ζήλεψε τα πεύκα που στοιχίζονταν γύρω της. Ψηλά, κορδωμένα, σίγουρα, της ψιθύριζαν. Το πέλος των πευκοβελόνων ανέδιδε στην πατημασιά της μυρωδιά ζεστού ξερού ξύλου.

Το χαλί ξέβαφε καθώς ο ήλιος έδυε, ρόζιζε η θάλασσα. Τώρα έτρεχε ο νους του να τον προλάβει πριν κρυφτεί στο βουνό, πριν πάει αλλού σε άλλη χώρα μακρινή. Να του πει: «Στάσου! Αυτή δεν είναι δική σου».

Ήθελε να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα, να ξημερώσει ξανά εδώ. Γύρευε να τη θαυμάσει πάλι, να ξεφλουδίζει το σύκο της, αέρινη, αλμυρή, νωπή, όπως πριν από λίγο. Αύριο έφευγε. Δεν τη χόρτασε.

Εκεί που ζω

Ένας τόπος, τόσος δα. Μια σταλιά. Χώρα, σπίτι, πατρίδα. Προορισμός και ρίζα. Μέσα του, ψυχές μεγάλες· τόσες: να!

Μια άγρια αμυγδαλιά πάνω από το κεφάλι μου και μια ελιά πιο δίπλα. Θα φάω, θα πιω, θα ζεσταθώ. Και σκιά το καλοκαίρι. Να’ τη κι η θάλασσα! Να την ατενίζω, να μ’ αγκαλιάζει πότε πότε ‒πάντοτε. Άλλο κάτι δε μου λείπει. Αγέλη μου τα ζώα. Μουσική μου τα πουλιά. Ο ήλιος το χαλί· το μαγικό μου. Από εκεί να ξεκινώ κι εκεί να ξαναγυρνώ. Μονάχη μου ή και όχι.

Μα όταν πέφτει αυτός ο ήλιος κι έρχονται τα σκοτάδια, τότε πρέπει να μπορώ να μένω πιο γενναία. Να κοιμίζω τα πουλιά, τα δέντρα και τους σκύλους και να ρίχνομαι βαθιά μέσα στη νύχτα· αμπαρωμένη μέσα κι έξω.

Το σκοτάδι: αυτό το ξένο, μακρινό κι άπιαστο! Βλέπω ένα μαύρο φως κι αυτό ειν’ όλο. Δεν το ξέρω. Δεν το μπορώ. Και πέφτω, κουτουλώ πάνω του σαν υπνοβάτης. Από άλλη διάσταση φερμένη. Ονειρική, πιο αγνή. Κι εκείνο αδυσώπητα με κόβει στα δυο, τα τέσσερα, τα χίλια τα κομμάτια.

Κι αφήνομαι στο χάραμα να επουλωθώ.

 

(Το διήγημα έχει συμπεριληφθεί στο τρίτο τεύχος της Άνω Κάτω Τελείας [ΑΚΤ] ψηφιακού περιοδικού του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, http://www.theatre.uoa.gr/ereyna/ekdoseis/hlektronikes-ekdoseis/anw-katw-teleia-akt.html )

 

::Καλό καλοκαίρι!!! Ραντεβού τον Σεπτέμβρη::

Πίσω στις ρίζες

Πόσες φορές; Πάλι και πάλι, θα νιώθω να ποδοπατούμε τη ζωή κάτω από τα πόδια μας. Υπάρχετε κι εσείς που δεν βλέπετε τις συνέπειες… Πατάμε το γρασίδι· το ταβάνι τους. Σκάβουμε το χώμα και τους φτιάχνουμε καμινάδες. Φυτεύουμε και γεμίζουν υγρασία οι τοίχοι τους. Δεν μας ενοχλούν, δεν τους γνωρίζουμε. Ή, τέλος πάντων, οι περισσότεροι δεν τους γνωρίζουν.

Ήσυχοι, υπόγειοι. «Μέχρι τα -20 μέτρα μπορείτε να χτίσετε βάσει πολεοδομικών προτύπων», του είπαν στην υπηρεσία όταν πήγε να βγάλει άδεια οικοδομής. Πήγε στη γυναίκα του με το πρόσωπο κατεβασμένο μέχρι τον πρώτο όροφο. «Μη στεναχωριέσαι, αγαπημένε μου. Ίσως τα παιδιά μας καταφέρουν ν’ ανεβάσουν τον πήχη».  Μα εκείνος ήθελε ν’ ανεβεί, να βρει την απάντηση. Είχε όνειρα.

Το γρασίδι ποτιζόταν κάθε μέρα. Αυτόματα. Και η μουριά δροσιζόταν. Παραδίπλα και η μηλιά. Και το ξύλινο τραπέζι από κάτω τους, σάπιζε. Φιλοξενούσε φίλους, σκαλιστήρια, πουλιά, κολοκύθες, συγγενείς, τασάκια, φιλιά, σκουλήκια· με μια τάση να μπήγεται όλο και πιο βαθιά στο χώμα… Με τα τέσσερα πόδια του. Και τα δεκαέξι από τις καρέκλες. Καμιά φορά εικοσιτέσσερα· όταν οι παρέες μεγάλωναν, τα καλοκαίρια. Και τα αμέτρητα βήματα. Πότε στεγνά και πότε λασπωμένα. Μόνο η αιώρα έκανε σκιά. Και δεν πλήγωνε. Μαγικά. Κάτω απ’ αυτή, το χάος.

Όχι δα! Εκεί από κάτω είχαν βάλει τις γυάλινες προθήκες του μουσείου. Εκεί βρισκόταν ο θησαυρός τους. Τα εκθέματα, όλη η κληρονομιά. Τα παιδιά και τα σχολεία, οι παιδικές χαρές. Ήταν όλα ασφαλή. Δεν τους άγγιζε τίποτα. Μέσα από τις ρίζες  έπαιρναν άπλετο φως τις νύχτες. Λαμπύριζαν. Ο δικός τους ήλιος, το ιδανικό μέρος. Τις νύχτες.

-Θα ξαπλώσω για λίγο στην αιώρα να διαβάσω.
-Θα σου φέρω ένα μαξιλάρι.
-Σ’ αγαπώ.
Τ’ αηδόνια, παρέα. Από πάνω μας. Θα μαζεύαμε τις ώριμες τομάτες, με ελαφριά βήματα μέσα στο περιβόλι. Το απόγευμα. Τώρα ήθελες να παίξεις με τον σκύλο στο γρασίδι. Έξι πόδια. Ανυπολόγιστα τραντάγματα. Πάνω-κάτω πηδήματα και τρεχαλητά. Μα δεν καταλαβαίνεις; Είναι ίδιοι μ’ εμάς. Δεν είμαστε μόνοι, ούτε οι μόνοι.

Σήμανε συναγερμός. Έτρεξαν όλοι στο επίπεδο -40. Ποδοβολητά, μούγκριζε η γη. Μα πώς δεν την ακούει; Άγνωστο πόσο θα κρατούσε… Είπε στη γυναίκα του να μαζέψει τα παιδιά πιο κοντά τους. Ήθελε να τους ανακοινώσει κάτι. Θα το τολμούσε κι ας τον έκλειναν μέσα στο πηγάδι. Ονειρευόταν να φτάσει ψηλά. Όπως οι περισσότεροι. Εκείνος όμως είχε μια εσωτερική ανάγκη, μια παρόρμηση. Τώρα χρειαζόταν τη βοήθεια της οικογένειάς του. Θα ανέβαιναν στο μηδέν! Στο απόγειο. Δίπλα στο μουσείο.  Εκεί ήταν το ασφαλέστερο σημείο. Κάτω από την αιώρα που την αγκάλιαζε τα μεσημέρια, μετά το φαγητό, όταν διάβαζε.

Περπατούσαμε ξυπόλητοι επειδή με αγαπούσες. Στο εξηγούσα, μα δεν καταλάβαινες. Δεν άκουγες, δεν κοιτούσες μέσα σου. Όταν έλειπα, ξεχνιόσουν. Βασάνιζες, άθελά σου. Για κάποιον άγνωστο λόγο, μπορούσα να γνωρίζω. Διέσχιζες τον κήπο με τα παπούτσια της δουλειάς. Χοντροκομμένα. Και πότιζες παραπάνω. Δεν είχα τρόπο να σου δείξω. Περίμενα, ευχόμουν.

Το χώμα έπεφτε παχύ στα πρόσωπά τους. Θόλωνε τα μάτια. Δεν κατέβαζαν τα χέρια, συνέχιζαν. Έσκαβαν με μανία. Ήταν στο -15 κι ανέβαιναν. Τις νύχτες που ξημέρωνε, σταματούσαν. Τα πρωινά, όταν οι υπόλοιποι ονειρεύονταν, εκείνοι έσπρωχναν όλο και πιο πολύ το χώμα προς τα πάνω.

Μας ξεράθηκε η μηλιά. Αλλά και πάλι δεν σε έπεισα. Είδες τις ρίζες σκοτεινές και σάπιες, μα δεν πίστεψες. Έτσι απλά, δέχτηκες πως αρρώστησε κι έφυγε. Δεν θα έφτιαχνα μηλόπιτα πια. Φύτεψες αγιόκλημα, να πρασινίσει ο τόπος. Κλάδευες τη μουριά να δυναμώσει. Όργωνες για να λιώσεις το άγχος της δουλειάς. Κι εγώ, από πίσω στις τριανταφυλλιές. Με χορευτικές μανούβρες. Δεν ήταν πως δεν ήθελα να κάνουμε πάρτι…

Τα παιδιά στο σχολείο. Η καθημερινότητά τους δεν άλλαξε. Οι γονείς στις εργασίες τους. Τις νύχτες κουτουλούσαν από την αϋπνία, μα υπήρχε ζήλος, πόθος και πίστη. Έσκαβαν, έσκαβαν, έσκαβαν. Κρύβονταν καλά από τους υπόλοιπους. Τους είχαν στο σκοτάδι. Τα νύχια τους κατάμαυρα, κοκκινωπά. Έφαγαν τη μηλιά σε δέκα πρωινά. Κοντά στο σπίτι τους.  Σκοτείνιασε εκεί, αλλά κανείς ευτυχώς δεν τους υποπτεύθηκε. Ήταν στο -1. Σε λίγο θα γνώριζαν… Τίποτε δεν γνώριζαν για το σε λίγο. Ήταν όμως σίγουροι.

«Θυμάσαι που αποφασίσαμε να ζήσουμε στη φύση για ν’ αγγίζουμε κάθε μέρα τον Θεό; Αυτό που τέλος πάντων είναι πιο κοντά σε ό,τι είναι Θεός; Το χώμα μάς γεννά και μας σκεπάζει. Πιο πάνω δεν φτάνουμε. Μια μέρα θα σου αποδείξω, πως όλα, εκείνο θέλουν να φτάσουν…», του είπε. Ένιωθα παράξενα εκείνη την ημέρα. Άκουγα τα μερμήγκια να γελάνε από τα γαργαλητά.

Μία το μεσημέρι. Επίπεδο ΜΗΔΕΝ. Φως εκτυφλωτικό. Όλα και μόνον λευκά. Ένα κύμα υγρού… Στάσου… Δεν βράχηκαν. Κάτι άλλο χωρίς υφή. Ένα χάδι στα ρουθούνια τους. Ένα άκακο αεράκι. Σκαρφάλωσαν γρήγορα. Κάτω από την αιώρα. Πάνω από το μουσείο. Βγήκαν, ένας ένας.

«Τρέξε! Να τοι! Τα κατάφεραν!», σου φώναξα. Ξαπλωμένη ακόμα στην αιώρα, ανακουφισμένη, τους καλωσόρισα. «Είστε ο Θεός;», με ρώτησε ο πατέρας. «Εσείς είστε ο Θεός;», του απάντησα.

Ένα ταξίδι

Η ιστορία που ακολουθεί περιέχει αληθινά γεγονότα. Η όποια ομοιότητα με καταστάσεις γνώριμες σ’ εσάς, είναι τυχαία.

Με τον Μορφέα, τον περισσότερο καιρό, ήμασταν τσακωμένοι. Αργούσε να έρθει τις νύχτες κι εγώ περίμενα στο κρεβάτι με αναμμένη την τηλεόραση. Μία απ’ αυτές τις βραδιές, η ώρα ξεμάκραινε νωχελικά: παρακολουθούσα, σχεδόν υπνωτισμένη, ένα ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ. Αγκάθια τσουρούφλιζαν τα μάτια μου. Τα έκλεισα για να τα δροσίσω.

Τα άνοιξα πάνω σ’ ένα μακρύ κατάστρωμα υπερωκεάνιου· απ’ εκείνα που ταξίδευαν στις θάλασσες τον 19ο και 20ό αιώνα. Ήταν σούρουπο. Οι ανταύγειες του μόλις γερμένου ήλιου χρωμάτιζαν τα πρόσωπα των επιβατών. Τα εξίσωναν. Γιατί στην πραγματικότητα, το πλοίο ήταν μια Κιβωτός λαών. Περπατούσα και καλημέριζα όποιον προσπερνούσα. Κάποιοι ανταπέδιδαν από ευγένεια με ανεπαίσθητη υπόκλιση, κάποιοι άλλοι με κοιτούσαν σαστισμένοι. Δεν πτοούμουν. Ήθελα ν’ αγαπήσω τα πάντα σε αυτό το ταξίδι.

Στο βάθος του καταστρώματος, τη θάλασσα που αφήναμε πίσω ρέμβαζε ένας κύριος, κατά τ’ άλλα, μετρίου αναστήματος. Λέω κατά τ’ άλλα, γιατί τα πόδια του ήταν μπηγμένα μέχρι τους αστραγάλους σ’ ένα στρογγυλό τσιμεντένιο βάθρο. Μου ήρθαν στο μυαλό οι παίχτες των ομάδων του Subudeo που παίζαμε μικροί με τον αδερφό μου. Με τη μόνη διαφορά, πως το τσιμεντένιο βάθρο του δεν ήταν κοίλο αλλά επίπεδο από κάτω. Τον πλησίασα γιατί ήταν διαφορετικός από τους άλλους. Τον καλημέρισα σε μια γλώσσα… της στιγμής. Μια γλώσσα καινούργια. Δική μας. Την Αλφάβητο ή τους κανόνες της, δεν θυμάμαι να τα διδάχθηκα. Τον ρώτησα πότε φτάνουμε στο Λονδίνο.

Μου απάντησε (φυσικά άπταιστα): «Δεν ξέρω αν θα φτάσουμε ποτέ στον προορισμό μας…». Επέμεινα: «Εσείς σε ποιό από τα δύο λιμάνια θα κατέβετε;», για να πάρω την απάντηση: «Θα ήθελα στης Νέας Υόρκης, αλλά δεν είμαι σίγουρος πως θα έχω απαλλαγεί από τα δεσμά μου… Εκεί που πηγαίνετε κι εσείς», μου είπε με σιγουριά.

Με εντυπωσίαζε το γεγονός πως μιλούσαμε την ίδια ‒άγνωστη‒ γλώσσα· πως δεν χρειαζόταν ν’ απαντήσω στις ερωτήσεις, γιατί γνώριζε ήδη τις απαντήσεις μου. Είχα κι έναν διάχυτο ενθουσιασμό που θα πατούσα στη Νέα Γη… Να σημειώσω εδώ πως είχε καταστεί σαφές από την πλευρά μου, πως ήθελα έναν συνομιλητή. Έναν συνοδοιπόρο. Γι’ αυτό άλλωστε είχα επιλέξει αυτό το ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Τη Νέα Αρχή.

Δύο στιγμές μετά, ένιωθα σαν να είχαν περάσει ογδόντα επτά χρόνια. Αυτό συμβαίνει συχνά άλλωστε στα όνειρα. Αστείρευτη η κουβέντα μας. Ήμασταν όρθιοι, κρατιόμασταν από την κουπαστή και κοιτούσαμε τον ορίζοντα. Ανάμεσα σε άλλα, μου είπε πως έγραφε ποιήματα. Τον ρώτησα τ’ όνομά του, μήπως κι είχε τύχει να διαβάσω κάποιο από αυτά. Μου απάντησε «Κωνσταντίνος». Σκέτο αρχικά. Λίγο αργότερα μου είπε και το επώνυμό του. «Καβάφης. Αλλά δεν εκδίδονται τα ποιήματά μου. Εσύ γνωρίζεις εμένα. Αυτό είναι σπανιότερο», μου είπε. Κοιταχτήκαμε βαθιά. Φορούσε στρογγυλά γυαλιά. Πρόσεξα πως είχε πολύ μελαγχολικά μάτια. Απομονωμένα και λυπημένα, για τον λόγο αυτό, ταυτόχρονα. Ένιωσα μιαν ανάγκη να τον καθησυχάσω. Να του πω ότι δεν είναι μόνος, ότι θα κάναμε μαζί αυτό το ταξίδι.

Δεν σκοτείνιασε. Δεν φύσηξε. Δεν έσταξε ούτε μια σταγόνα. Παρά φουρτούνιασε ξαφνικά η θάλασσα. Φούσκωσε και μας ταρακουνούσε. Όλοι γύρω μας πήγαν να φυλαχτούν. Στα σαλόνια. Στις καμπίνες τους. Γνωρίζοντας πως ο Κωνσταντίνος δεν θα μπορούσε να μετακινηθεί, λόγω του τσιμεντένιου βάθρου, έμεινα ακίνητος στη θέση μου. Και καθόλου δεν με πείραξε… Σαν να είχα κάνει μια ανείπωτη συμφωνία μαζί του. Όμως εκείνος, παρά την οξυδέρκεια και την ενσυναίσθησή του, δεν αποφάσιζε να πιστέψει πως δεν θα τον εγκαταλείψω. Τότε ήταν η πρώτη φορά που άκουσα ένα από τα ποιήματά του. Μου φάνηκε σαν να το απήγγειλαν οι άνεμοι: «Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα/ απ’ τες εννιά που άναψα την λάμπα,/ και κάθισα εδώ. Κάθουμουν χωρίς να διαβάζω,/ και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω/ κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό […] Δώδεκα και μισή./ Πώς πέρασεν η ώρα./Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.». Δάκρυσα· ή μήπως ήταν η βροχή;

Μου αποκάλυψε, μετά τη φουρτούνα, κι εφόσον είχε πειστεί για τις προθέσεις μου, πως αμφέβαλε εάν θα παρέμενα μαζί του. Σκέφτηκα πως θα μπορούσα να προσβληθώ, αλλά θα ήταν πολύ τυπικό εκ μέρους μου. Κι έτσι, απλά συνεχίσαμε να κουβεντιάζουμε αναλυτικά για όλα εκείνα που ΔΕΝ έχουν γίνει στη ζωή μας. Κάποια στιγμή, παρατήρησα στο βάθος του ορίζοντα ένα τεράστιο άγαλμα. Φτάναμε. Κοίταξα το τσιμεντένιο βάθρο που είχε διαλυθεί σε χιλιάδες κομμάτια, σαν χαρτοπόλεμος γύρω από τα πόδια του Κωνσταντίνου.  Άκουγα και κάτι που έμοιαζε με χαιρετισμό πλοίου.

Χτυπούσε το ξυπνητήρι. Άνοιξα τα μάτια μου και κοίταξα το λευκό ταβάνι. Είχε ξημερώσει. Το φως στο κομοδίνο, ακόμη αναμμένο· μαζί κι η τηλεόραση· στο ίδιο κανάλι. Διαφήμιζε πως θα έβαζε σε επανάληψη «Τη νύχτα που ο Φερνάντο Πεσσόα συνάντησε τον Κωνσταντίνο Καβάφη», που είχε προβληθεί χθες τη νύχτα. Ανατρίχιασα. Κατάλαβα, όπως κι εσείς φαντάζομαι, τι είχα σκαρώσει πίσω από τα κλειστά μου βλέφαρα.

Αναμενόμενες οι μαινόμενες Μαινάδες

Κανείς δεν φορούσε τα σωστά παπούτσια. Η Ευρυδίκη φορούσε τις άσπρες ελβιέλες της όταν τη δάγκωσε το φίδι. Είχε πεταχτεί να μαζέψει μούρα στο δάσος, και πού να φανταστεί πως θα χρειαστεί να περπατήσει στα κακοτράχαλα και λασπωμένα μονοπάτια του Άδη… Ο Ορφέας και ο Ερμής όμως, θα μπορούσαν να είχαν προετοιμαστεί καλύτερα. Ήξεραν γι’ αυτό το ταξίδι και έπρεπε να φροντίσουν, να πάρουν κι ένα δεύτερο ζευγάρι, εκτός από τα αθλητικά που φορούσαν.

Περπατούσαν εφ’ ενός ζυγού. Μπροστά ο Ορφέας και πίσω η Ευρυδίκη με τον Ερμή. Αυτός ήταν ο όρος άλλωστε του Πλούτωνα για να μπορέσουν να φύγουν όλοι μαζί από εκεί κάτω. Ο οδηγός κρατούσε παραμάσχαλα και τη λύρα του. Δεν την αποχωριζόταν ποτέ. Περπατούσε σκυφτός, για να προλαβαίνει τις κοτρώνες που ήταν έτοιμες να στραμπουλίξουν τους αστραγάλους του. Έπρεπε να χαράζει το μονοπάτι και για την ευάλωτη αγαπημένη του, που τόσα είχε περάσει, και τώρα φορούσε ελβιέλες.  Από μέσα του σκεφτόταν πόσο συμφέρουσα συμφωνία έκανε με τον Πλούτωνα: «Σχεδόν τον έριξα. Σιγά τη μεγάλη δοκιμασία, να μη δω την Ευρυδικούλα μου μέχρι την εξωτερική πύλη. Άσε που κι ο Ερμής την προσέχει και δεν έχω να φοβάμαι τίποτα…».

Το λιγοστό φως που ερχόταν από τη βίλα του Άδη, σε μια στροφή της σπηλιάς, χάθηκε κι αυτό. Από κεκτημένη ταχύτητα, κόντεψε να γυρίσει όλο το κεφάλι να δει την αγαπημένη του, αλλά ευτυχώς το συνειδητοποίησε τελευταία στιγμή και έγειρε με χάρη στο πλάι, δήθεν πως χαζεύει τους όμορφους σταλαχτίτες. «Είστε καλά εκεί πίσω; Μήπως βιάζομαι;». Δεν πήρε άμεσα απάντηση και του μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά. Μετρούσε από μέσα του τα δευτερόλεπτα μέχρι ν’ ακούσει κάποια φωνή και ‘’βρόμικες’’ εικόνες περνούσαν από το μυαλό του. Η πιο δυνατή και φαρμακερή ήταν αυτή με τα χείλη του Ερμή κολλημένα στης Ευρυδίκης! Ένιωσε σαν να τον περιέλουσαν με καυτό πετρέλαιο. «Όλα καλά εκεί πίσω;… Ευρυδίκη μου;», ξαναφώναξε για να σιγουρευτεί πως τα χείλη τους είναι ελεύθερα.

«Ορφέα μου, μάτια μου, καλά είμαστε. Προχώρει εσύ μπροστά και ερχόμαστε κι εμείς από πίσω σου. Μόνο μη γυρίσεις να κοιτάξεις!», άκουσε έπειτα από λίγα δευτερόλεπτα, κι αφού είχε πάει η ψυχή του στην Κούλουρη. Θα ορκιζόταν πως άκουσε και κάποια γελάκια, αλλά προσπάθησε να πάρει βαθιές ανάσες και να συνετίσει το μυαλό του… «Είναι και κοτζάμ παλικάρι ο Ερμής… Βρε, λες να ρίχνεται στην Ευρυδίκη μου κι εγώ να κοιμάμαι τον ύπνο του δικαίου;», σκεφτόταν και γούρλωνε τα μάτια του στο μαύρο κενό.

Επιβιβάστηκε πρώτος εκείνος στη βάρκα. Έκατσε στην πλώρη με το βλέμμα κολλημένο στην απέναντι όχθη. Ανυπομονούσε να φτάσουν στην πύλη και να τελειώσει το μαρτύριό του. Αφού επιβιβάστηκε και ο Ερμής, ξεκίνησε ο βαρκάρης το κουπί. Το ζεύγος –το επίσημο– αμίλητο. Ο μεν Ορφέας είχε βουτήξει στις ακόλαστες σκέψεις του για το φανταστικό ειδύλλιο που εκτυλισσόταν ερήμην του· η δε Ευρυδίκη, για να μην τραβήξει την προσοχή του αγαπημένου της και γυρίσει κατά λάθος να την αντικρίσει. Ο μορφονιός, είχε πιάσει κουβέντα με τον βαρκάρη για το αν οι αλανιάρες τσιπούρες είναι καλύτερες του ιχθυοτροφείου.

Αποβιβάστηκαν. Μετά την προβλήτα, το μαρτύριό του θα τελείωνε. Δεν έπρεπε μόνο να συγκρατεί τον εαυτό του να μη γυρίσει το βλέμμα προς την αγάπη της ζωής του. Έπρεπε να πολεμά και τη ζήλια που τον κατέτρωγε. «Ύστερα από αυτήν τη στροφή θα δούμε την πύλη. Φτάσαμε!», είπε. Δεν πήρε όμως και πάλι καμιά απάντηση… Λύγισε.

Την ώρα που γύριζε το κεφάλι του, σκεφτόταν πως ίσως δεν θα τον τσακώσει ο Πλούτωνας, γιατί προπορευόταν στη στροφή, και μάλλον δε θα την αντίκριζε. Δυστυχώς, είχε άδικο. Ήταν εκεί. Κοκέτα όπως πάντα. Με το χρυσό καλοκαιρινό μποέμ φόρεμά της. Είδε τα υγρά μάτια της για τελευταία φορά. Όπως αχνίζει η άσφαλτος τον Αύγουστο, έτσι κι η Ευρυδίκη εξαϋλωνόταν σταδιακά και βασανιστικά από μπροστά του. Η πίκρα του, απερίγραπτη. Κουλουριάστηκε κατάχαμα και άρχισε να κλαίει απαρηγόρητος.

Ο Ερμής, εν τω μεταξύ ήταν λίγο πιο πίσω και δεν είχε πάρει είδηση τι συνέβη. Μόλις είδε τον φίλο του ημιλιπόθυμο από το κλάμα, κατάλαβε. Τον σήκωσε με τα χίλια ζόρια, του τίναξε τις λάσπες από το παντελόνι και τον πήρε υπό μάλης να τον βγάλει μέχρι την πύλη.

Βγαίνοντας στο φως του ήλιου, ο Ορφέας έδωσε μια δυνατή μπουνιά στον Ερμή και τον έριξε κάτω. Έφυγε σκυφτός χωρίς να του πει τίποτα. Έκτοτε, χάθηκε στο δάσος. Ο Ερμής δε, ακόμα αναρωτιέται γιατί τις έφαγε.

Φήμες λένε πως ο Ορφέας δεν ενέδωσε σε καμιά Νύμφη, καμιά Μούσα και καμιά Μαινάδα, για να εκδικηθεί όλες τις γυναίκες. Παρ’ όλες τις προτάσεις που είχε στα μυστήρια και μυστικιστικά πάρτι που μεθούσε κάθε βράδυ. Οι Μαινάδες, ως γνωστόν όμως, δεν ανέχονται την απόρριψη: τον κατασπάραξαν ένα ζεστό δειλινό του Δεκέμβρη. Τα κόκκαλα και τη λύρα του, τα πέταξαν στις εκβολές του Έβρου. Μόνο η λύρα ξεβράστηκε στη Λήμνο, και εκτίθεται σε περίοπτη θέση στο Μουσείο του νησιού.