Σσσσς

Ήμουν τρομαγμένος, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Οι στιγμές μαγκωμένης σιωπής όμως ήταν αυτές που με παρέλυαν εντελώς. Ένιωθα πως πρέπει να σηκώσω στις πλάτες μου όλη την ησυχία του κόσμου, να τη μεταφέρω στο άλλο δωμάτιο και να την κλειδώσω εκεί. Δεν καταλάβαινα τις παύσεις μεταξύ μας: σε μια συνάντηση, μια σχέση, μια κουβέντα· τότε που χαμήλωναν τα μάτια να μη σμίξουν με των άλλων. Στιγμές στεγνές, ατελείωτες, που διόγκωναν την απόσταση και πετιόμουν στο κενό.

Αυτές οι μακρόσυρτες παύσεις –συνοδευόμενες από αμηχανία σαν πρωινή ομίχλη‒ μου επιβεβαίωναν πόσο απόμακροι είμαστε ο ένας από τον άλλον. Κι αυτό με φόβιζε περισσότερο, επειδή ένιωθα μόνος μέσα στο κεφάλι μου, μόνος σ’ ολόκληρο τον γαλαξία. Δεν έμοιαζε με μοναξιά ή μοναχικότητα, ούτε κι επιλογή. Αντιθέτως, επιλογή όλων ήταν να είμαστε μαζί, εκεί ακριβώς που υπήρχαμε. Το δίχως άλλο για μία στιγμή (ή τάχα μία χιλιετία;) ήσυχοι, αμίλητοι, βουβοί, κλειδαμπαρωμένοι ο καθένας στο καβούκι του.

Το δικό μου όμως με στενεύει, με στεναχωρεί. Νιώθω άβολα, πνίγομαι, με καταπλακώνει. Το σηκώνω με μαεστρία τις φορές που είμαι μόνος, μα όταν βρίσκεται μαζί με άλλα, ονειρεύομαι κουβέντες με όρεξη και τη βαθιά αλήθεια μας χωρίς περιστροφές. Να συζητώ καινούριες ιδέες και τρελές, σχέδια του μέλλοντος κι εξομολογήσεις. Όχι πια κρυψώνες, ψέματα και ρόδες για το καύκαλο που σέρνω. Να τ’ απαρνηθώ εντελώς αν χρειαστεί και να φύγω γυμνός γι’ αλλού. Να περπατώ μόνος στα δάση, στα σκοτάδια, να μη φοβάμαι τίποτε από την ησυχία του κόσμου ετούτου. Σιωπή να υπάρξει όταν παύσω κι εγώ. Διαφορετικά, το βάρος της μου είναι αφόρητο. Περισσότερο κι από το καύκαλο που κουβαλώ. «Με τρομάζει, παραπαίω και γκρεμίζομαι ανάποδα, ΑΚΟΥΣ;;».

 

Καλή Χρονιά!!!

Ο Ντάρκο, το κορίτσι και μία κηδεία

Τα πρωινά ξυπνάμε νωρίς για να δούμε το κορίτσι με το μαύρο άλογο. Πρώτα ακούμε από μακριά τον αργό καλπασμό κι έπειτα φανερώνονται κι οι δυο. Αγέρωχο και κάπως άγριο το κορίτσι επάνω στο άλογο. Περνούν από τον κεντρικό δρόμο της γειτονιάς, στρίβουν σε έναν κάθετο και βγαίνουν στη θάλασσα. Τα πέταλα στην άσφαλτο, φυσικό ηρεμιστικό, αναλγητικό.

Τους νεκρούς τους θάβουν αμέσως: την επόμενη του θανάτου τους. Σήμερα κηδεύεται ο πατέρας του κοριτσιού. Πέρασε όμως και σήμερα με το άλογό της. Όπως κάθε πρωινό σέλωσε, έβαλε το κράνος της, χάιδεψε τη χαίτη του και ξεκίνησε για τη θάλασσα. Το άλογο λέγεται Ντάρκο. Τον είχε κερδίσει ο πατέρας της στα χαρτιά, αλλά αυτό, το κορίτσι δεν το γνωρίζει. Τον ιππεύει για να τον δαμάσει κι επειδή της τον χάρισε ο πατέρας της. Η βόλτα με τον Ντάρκο της είναι πιο απαραίτητη απ’ τον θάνατο.

Η μάνα της δεν μπορεί να διαχειριστεί ένα τέτοιο πλάσμα. Τον κοιτάζει από μακριά, με δέος. Καμιά φορά παραπονιέται για τις κοπριές που μαζεύουν μύγες δίπλα στα ρόδα ‒ζέχνουν.  Άλλες φορές μουρμουρίζει, σκέφτεται ν’ αφήσει την εξώπορτα ανοιχτή ή να φύγει η ίδια.  Τις περισσότερες φορές σωπαίνει καταπίνει το σάλιο της. Έπειτα επιστρέφει στην κουζίνα και όλο και κάποιο λαχανικό θα καθαρίσει. Φυλάει κάποια καρότα για τον Ντάρκο.  Σήμερα δεν φύλαξε, ετοιμάζεται για την κηδεία. Δεν κλαίει. Ακούει τον καλπασμό και ηρεμεί· μέχρι αυτός να σβήσει από τ’ αυτιά της.

Οι καμπάνες χτυπούν.

Ληγμένοι τόποι

Νέες χώρες. Τέτοιες, που η ιστορία τους χωρά σε δυο βιβλία. Νέα οικοδομήματα βλέπεις… Νέοι τρόποι· νεωτερικοί, πρωτοπόροι, μα και ξένοι. Δίχως παρελθόν. Αντίθετα μ’ αυτό το μυστηριακό που κρυφοκαίει στις παλιές γειτονιές των άλλων χωρών. Αυτή η καταγραμμένη ωριμότητα στις ίνες του κορμιού, του στενού, του ναού, του σχολειού, ενός γηπέδου, θεάτρου, νεκροταφείου, πανεπιστημίου…

Σε μια τέτοια νέα χώρα πήγε ο Λεωνίδας, αφού πρώτα μεγάλωσε και ανδρώθηκε σ’ ένα χωριό μιας παλιάς. Στις παλιές χώρες, δυστυχώς, παλιώνουν κι οι δουλειές. Τελειώνουν. Είχε την ατυχία να ζήσει την εποχή που τελείωναν τις δουλειές. Και τη χώρα.

Μάζεψε τις παλιές εικόνες του, τις έβαλε σε μια καινούρια βαλίτσα κι έφυγε. Είναι ακόμα εκεί· εδώ και οκτώ χρόνια. Η βαλίτσα πάλιωσε.

 

(Το διήγημα έχει συμπεριληφθεί στο τρίτο τεύχος της Άνω Κάτω Τελείας [ΑΚΤ] ψηφιακού περιοδικού του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, http://www.theatre.uoa.gr/ereyna/ekdoseis/hlektronikes-ekdoseis/anw-katw-teleia-akt.html )

Αφέγγαρη νύχτα

Η θεά Αλήθεια φόρεσε το κλαρωτό φουστάνι της, έπιασε έναν επιβλητικό κότσο τα μαλλιά, έριξε μια βαθιά ματιά στην αντανάκλασή της στο τζάμι της εξώπορτας, και με μια παιδική υπόκλιση (πιάνοντας από τη μία άκρη το φόρεμά της) ξεκίνησε. Έπρεπε να βρεθεί με τη θεά Ψεύτρα. Η συνάντηση είχε οριστεί στο δάσος. Δεν θ’ αργούσε να φτάσει. Ή έτσι τέλος πάντων νόμιζε… Αθήνα – δάσος πόσος χρόνος δα;

Από στόμα σε στόμα, η Ψεύτρα ταξίδευε με ευκολία και αποτελεσματικά. Είχε βάλει τα πιο εντυπωσιακά παπούτσια της, τόνισε τη χοντροκομμένη μέση της με μια σφιχτή ζώνη, φόρεσε τις βλεφαρίδες και το κοκκινάδι της, άφησε λυτά τα ψωριάρικα μαλλιά της και τα σκέπασε μ’ ένα ψάθινο καπέλο. Καθότι πιο κοινωνική, μετακινούνταν με άνεση και πάντα φιλοξενούμενη. Τριγυρνούσε αμέριμνη, σφυρίζοντας και κλείνοντας συνωμοτικά το μάτι στους νέους ανθρώπους της. Έτρωγε στα οικογενειακά τραπέζια, φώλιαζε στα ζεστά κρεβάτια τους. Την κερνούσαν δρομολόγια, φιλοφρονήσεις, ακόμη και υποσχέσεις. Την πρόσεχαν και την φρόντιζαν σαν μέλος της οικογένειας. Κάποιοι δε, ούτε που να φανταστούν πως θα την αποχωρίζονταν. (Αν μπορούσαν, θα της έβαζαν λουρί να την κανακεύουν σαν κατοικίδιο). Μα εκείνη έπρεπε να πάει παντού. Είχε και το ραντεβού…

Η Αλήθεια από την άλλη, χτυπούσε τις πόρτες και κανείς δεν άνοιγε. Κοιτούσαν από το ματάκι της πόρτας και μόλις την αντίκριζαν, κράταγαν την αναπνοή και τα μάτια τους ‒από τον πόνο‒ μην τους πάρει χαμπάρι. Περιπλανιόταν στους παράδρομους μόνη κι έρημη. Λερωνόταν τ’ όμορφο φουστάνι της, σκίζονταν τα παπούτσια της. Ελάχιστοι αντάλλασσαν κουβέντες μαζί της, σπάνιοι οι φίλοι. Οι ηλιαχτίδες μονάχα την ακολουθούσαν, ταλαντεύονταν και της έδειχναν τον δρόμο. Μόνη, σκεπτική, ολοστρόγγυλη κι ανυποχώρητη, προχωρούσε και καλημέριζε. Την υποδέχονταν με καχυποψία, την παραμέριζαν. Κάποιοι νεότεροι αρνούνταν να την κοιτάξουν στα μάτια. Μα εκείνη συνέχιζε, επέμενε. Έπρεπε να φτάσει στη συνάντηση…

Δεν διάλεξε το ίδιο μονοπάτι με την Ψεύτρα για το δάσος. Εκείνη ταξίδευε σε μια νοητή ευθεία, δυσπρόσιτη. Η Ψεύτρα αντιθέτως έκανε κύκλους. Η άμοιρη θεά Αλήθεια, από τη φύση της αγνή, είχε την εντύπωση πως όλο και κάποιος θα την εμπιστεύονταν να την εξυπηρετήσει και έτσι δεν θ’ αργούσε στο ραντεβού. Γελάστηκε. Η Ψεύτρα κρυμμένη στο τσεπάκι, κάλπαζε από τη μια άκρη στην άλλη μέσα από καλώδια, αυτιά, γράμματα, ελπίδες, λευκές ανοησίες. Ενώ εκείνη, πάσχιζε ακόμη να βγει από τις κατοικημένες περιοχές, να πάρει τα βουνά. Ξυπόλητη πια.

Κάποια νύχτα αφέγγαρη –και γι’ αυτό σκοτεινή– έφτασε η Ψεύτρα στο δάσος. Έδειχνε έξω από τα νερά της, ίδρωνε. Ήδη από το τελευταίο χωριό και πέρα, σαν τυφλή προχωρούσε στα χαμένα. Δεν είχε ξεμακρύνει ποτέ τόσο πολύ από ανθρώπους. Στη φύση δεν είχε πατήσει ξανά το πόδι της, δε γνώριζε κανέναν εδώ. Κοιτούσε αριστερά, κοιτούσε δεξιά, πουθενά η Αλήθεια. Άκουγε τα γάργαρα νερά και τις κουκουβάγιες και φοβόταν, έτρεμε τη μοναξιά της, ετοιμαζόταν να φύγει. Ώσπου, μέσα από το κοντινό πλατάνι πετάχτηκε ένας λαγός, έτσι μαγικά. Στρουμπουλός και στιλπνός, σαν καινούριος. Μασουλούσε, κατάπινε καχύποπτα, και κάποια στιγμή της είπε: «Ακόμα κι αυτόν;». Η Ψεύτρα χλώμιασε, κατάλαβε τον λόγο της συνάντησης και απάντησε «Εκείνος με φλερτάρει…». Εν τω μεταξύ έφτανε αγκομαχώντας η θεά Αλήθεια, τους άκουσε και φώναξε: «Είσαι μικρή και άπειρη για να διεκδικείς τον Χρόνο».

 

Απόγευμα κι ένα σύκο

Την κρυφοκοιτούσε να ξεφλουδίζει ένα σύκο επιστρέφοντας από το καθιερωμένο απογευματινό μπάνιο της. Κάθε τέτοια ώρα για δεκαπέντε ημέρες αυτό τον σήκωνε από τα δροσερά σεντόνια του μεσημεριανού ύπνου του. Ήξερε πως θα περάσει κάτω από το μπαλκόνι του. Έρχονταν και οι δυο κάθε καλοκαίρι εδώ· άραγε και στα όνειρά της;

Γλίστρησε το βλέμμα του στο πορτοκαλί χαλί πάνω στη θάλασσα: βασίλευε ο ήλιος. Έμοιαζε να φωτίζει περισσότερο τη γη από κάτω. Ονειροπόλησε την ανατολή, πως δεν τελείωνε η ημέρα. Ζήλεψε τα πεύκα που στοιχίζονταν γύρω της. Ψηλά, κορδωμένα, σίγουρα, της ψιθύριζαν. Το πέλος των πευκοβελόνων ανέδιδε στην πατημασιά της μυρωδιά ζεστού ξερού ξύλου.

Το χαλί ξέβαφε καθώς ο ήλιος έδυε, ρόζιζε η θάλασσα. Τώρα έτρεχε ο νους του να τον προλάβει πριν κρυφτεί στο βουνό, πριν πάει αλλού σε άλλη χώρα μακρινή. Να του πει: «Στάσου! Αυτή δεν είναι δική σου».

Ήθελε να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα, να ξημερώσει ξανά εδώ. Γύρευε να τη θαυμάσει πάλι, να ξεφλουδίζει το σύκο της, αέρινη, αλμυρή, νωπή, όπως πριν από λίγο. Αύριο έφευγε. Δεν τη χόρτασε.

Εκεί που ζω

Ένας τόπος, τόσος δα. Μια σταλιά. Χώρα, σπίτι, πατρίδα. Προορισμός και ρίζα. Μέσα του, ψυχές μεγάλες· τόσες: να!

Μια άγρια αμυγδαλιά πάνω από το κεφάλι μου και μια ελιά πιο δίπλα. Θα φάω, θα πιω, θα ζεσταθώ. Και σκιά το καλοκαίρι. Να’ τη κι η θάλασσα! Να την ατενίζω, να μ’ αγκαλιάζει πότε πότε ‒πάντοτε. Άλλο κάτι δε μου λείπει. Αγέλη μου τα ζώα. Μουσική μου τα πουλιά. Ο ήλιος το χαλί· το μαγικό μου. Από εκεί να ξεκινώ κι εκεί να ξαναγυρνώ. Μονάχη μου ή και όχι.

Μα όταν πέφτει αυτός ο ήλιος κι έρχονται τα σκοτάδια, τότε πρέπει να μπορώ να μένω πιο γενναία. Να κοιμίζω τα πουλιά, τα δέντρα και τους σκύλους και να ρίχνομαι βαθιά μέσα στη νύχτα· αμπαρωμένη μέσα κι έξω.

Το σκοτάδι: αυτό το ξένο, μακρινό κι άπιαστο! Βλέπω ένα μαύρο φως κι αυτό ειν’ όλο. Δεν το ξέρω. Δεν το μπορώ. Και πέφτω, κουτουλώ πάνω του σαν υπνοβάτης. Από άλλη διάσταση φερμένη. Ονειρική, πιο αγνή. Κι εκείνο αδυσώπητα με κόβει στα δυο, τα τέσσερα, τα χίλια τα κομμάτια.

Κι αφήνομαι στο χάραμα να επουλωθώ.

 

(Το διήγημα έχει συμπεριληφθεί στο τρίτο τεύχος της Άνω Κάτω Τελείας [ΑΚΤ] ψηφιακού περιοδικού του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, http://www.theatre.uoa.gr/ereyna/ekdoseis/hlektronikes-ekdoseis/anw-katw-teleia-akt.html )

 

::Καλό καλοκαίρι!!! Ραντεβού τον Σεπτέμβρη::

Πίσω στις ρίζες

Πόσες φορές; Πάλι και πάλι, θα νιώθω να ποδοπατούμε τη ζωή κάτω από τα πόδια μας. Υπάρχετε κι εσείς που δεν βλέπετε τις συνέπειες… Πατάμε το γρασίδι· το ταβάνι τους. Σκάβουμε το χώμα και τους φτιάχνουμε καμινάδες. Φυτεύουμε και γεμίζουν υγρασία οι τοίχοι τους. Δεν μας ενοχλούν, δεν τους γνωρίζουμε. Ή, τέλος πάντων, οι περισσότεροι δεν τους γνωρίζουν.

Ήσυχοι, υπόγειοι. «Μέχρι τα -20 μέτρα μπορείτε να χτίσετε βάσει πολεοδομικών προτύπων», του είπαν στην υπηρεσία όταν πήγε να βγάλει άδεια οικοδομής. Πήγε στη γυναίκα του με το πρόσωπο κατεβασμένο μέχρι τον πρώτο όροφο. «Μη στεναχωριέσαι, αγαπημένε μου. Ίσως τα παιδιά μας καταφέρουν ν’ ανεβάσουν τον πήχη».  Μα εκείνος ήθελε ν’ ανεβεί, να βρει την απάντηση. Είχε όνειρα.

Το γρασίδι ποτιζόταν κάθε μέρα. Αυτόματα. Και η μουριά δροσιζόταν. Παραδίπλα και η μηλιά. Και το ξύλινο τραπέζι από κάτω τους, σάπιζε. Φιλοξενούσε φίλους, σκαλιστήρια, πουλιά, κολοκύθες, συγγενείς, τασάκια, φιλιά, σκουλήκια· με μια τάση να μπήγεται όλο και πιο βαθιά στο χώμα… Με τα τέσσερα πόδια του. Και τα δεκαέξι από τις καρέκλες. Καμιά φορά εικοσιτέσσερα· όταν οι παρέες μεγάλωναν, τα καλοκαίρια. Και τα αμέτρητα βήματα. Πότε στεγνά και πότε λασπωμένα. Μόνο η αιώρα έκανε σκιά. Και δεν πλήγωνε. Μαγικά. Κάτω απ’ αυτή, το χάος.

Όχι δα! Εκεί από κάτω είχαν βάλει τις γυάλινες προθήκες του μουσείου. Εκεί βρισκόταν ο θησαυρός τους. Τα εκθέματα, όλη η κληρονομιά. Τα παιδιά και τα σχολεία, οι παιδικές χαρές. Ήταν όλα ασφαλή. Δεν τους άγγιζε τίποτα. Μέσα από τις ρίζες  έπαιρναν άπλετο φως τις νύχτες. Λαμπύριζαν. Ο δικός τους ήλιος, το ιδανικό μέρος. Τις νύχτες.

-Θα ξαπλώσω για λίγο στην αιώρα να διαβάσω.
-Θα σου φέρω ένα μαξιλάρι.
-Σ’ αγαπώ.
Τ’ αηδόνια, παρέα. Από πάνω μας. Θα μαζεύαμε τις ώριμες τομάτες, με ελαφριά βήματα μέσα στο περιβόλι. Το απόγευμα. Τώρα ήθελες να παίξεις με τον σκύλο στο γρασίδι. Έξι πόδια. Ανυπολόγιστα τραντάγματα. Πάνω-κάτω πηδήματα και τρεχαλητά. Μα δεν καταλαβαίνεις; Είναι ίδιοι μ’ εμάς. Δεν είμαστε μόνοι, ούτε οι μόνοι.

Σήμανε συναγερμός. Έτρεξαν όλοι στο επίπεδο -40. Ποδοβολητά, μούγκριζε η γη. Μα πώς δεν την ακούει; Άγνωστο πόσο θα κρατούσε… Είπε στη γυναίκα του να μαζέψει τα παιδιά πιο κοντά τους. Ήθελε να τους ανακοινώσει κάτι. Θα το τολμούσε κι ας τον έκλειναν μέσα στο πηγάδι. Ονειρευόταν να φτάσει ψηλά. Όπως οι περισσότεροι. Εκείνος όμως είχε μια εσωτερική ανάγκη, μια παρόρμηση. Τώρα χρειαζόταν τη βοήθεια της οικογένειάς του. Θα ανέβαιναν στο μηδέν! Στο απόγειο. Δίπλα στο μουσείο.  Εκεί ήταν το ασφαλέστερο σημείο. Κάτω από την αιώρα που την αγκάλιαζε τα μεσημέρια, μετά το φαγητό, όταν διάβαζε.

Περπατούσαμε ξυπόλητοι επειδή με αγαπούσες. Στο εξηγούσα, μα δεν καταλάβαινες. Δεν άκουγες, δεν κοιτούσες μέσα σου. Όταν έλειπα, ξεχνιόσουν. Βασάνιζες, άθελά σου. Για κάποιον άγνωστο λόγο, μπορούσα να γνωρίζω. Διέσχιζες τον κήπο με τα παπούτσια της δουλειάς. Χοντροκομμένα. Και πότιζες παραπάνω. Δεν είχα τρόπο να σου δείξω. Περίμενα, ευχόμουν.

Το χώμα έπεφτε παχύ στα πρόσωπά τους. Θόλωνε τα μάτια. Δεν κατέβαζαν τα χέρια, συνέχιζαν. Έσκαβαν με μανία. Ήταν στο -15 κι ανέβαιναν. Τις νύχτες που ξημέρωνε, σταματούσαν. Τα πρωινά, όταν οι υπόλοιποι ονειρεύονταν, εκείνοι έσπρωχναν όλο και πιο πολύ το χώμα προς τα πάνω.

Μας ξεράθηκε η μηλιά. Αλλά και πάλι δεν σε έπεισα. Είδες τις ρίζες σκοτεινές και σάπιες, μα δεν πίστεψες. Έτσι απλά, δέχτηκες πως αρρώστησε κι έφυγε. Δεν θα έφτιαχνα μηλόπιτα πια. Φύτεψες αγιόκλημα, να πρασινίσει ο τόπος. Κλάδευες τη μουριά να δυναμώσει. Όργωνες για να λιώσεις το άγχος της δουλειάς. Κι εγώ, από πίσω στις τριανταφυλλιές. Με χορευτικές μανούβρες. Δεν ήταν πως δεν ήθελα να κάνουμε πάρτι…

Τα παιδιά στο σχολείο. Η καθημερινότητά τους δεν άλλαξε. Οι γονείς στις εργασίες τους. Τις νύχτες κουτουλούσαν από την αϋπνία, μα υπήρχε ζήλος, πόθος και πίστη. Έσκαβαν, έσκαβαν, έσκαβαν. Κρύβονταν καλά από τους υπόλοιπους. Τους είχαν στο σκοτάδι. Τα νύχια τους κατάμαυρα, κοκκινωπά. Έφαγαν τη μηλιά σε δέκα πρωινά. Κοντά στο σπίτι τους.  Σκοτείνιασε εκεί, αλλά κανείς ευτυχώς δεν τους υποπτεύθηκε. Ήταν στο -1. Σε λίγο θα γνώριζαν… Τίποτε δεν γνώριζαν για το σε λίγο. Ήταν όμως σίγουροι.

«Θυμάσαι που αποφασίσαμε να ζήσουμε στη φύση για ν’ αγγίζουμε κάθε μέρα τον Θεό; Αυτό που τέλος πάντων είναι πιο κοντά σε ό,τι είναι Θεός; Το χώμα μάς γεννά και μας σκεπάζει. Πιο πάνω δεν φτάνουμε. Μια μέρα θα σου αποδείξω, πως όλα, εκείνο θέλουν να φτάσουν…», του είπε. Ένιωθα παράξενα εκείνη την ημέρα. Άκουγα τα μερμήγκια να γελάνε από τα γαργαλητά.

Μία το μεσημέρι. Επίπεδο ΜΗΔΕΝ. Φως εκτυφλωτικό. Όλα και μόνον λευκά. Ένα κύμα υγρού… Στάσου… Δεν βράχηκαν. Κάτι άλλο χωρίς υφή. Ένα χάδι στα ρουθούνια τους. Ένα άκακο αεράκι. Σκαρφάλωσαν γρήγορα. Κάτω από την αιώρα. Πάνω από το μουσείο. Βγήκαν, ένας ένας.

«Τρέξε! Να τοι! Τα κατάφεραν!», σου φώναξα. Ξαπλωμένη ακόμα στην αιώρα, ανακουφισμένη, τους καλωσόρισα. «Είστε ο Θεός;», με ρώτησε ο πατέρας. «Εσείς είστε ο Θεός;», του απάντησα.