Πόσο είναι το καθόλου;

-Κι αν πονέσω;
-Κι αν δεν πονέσεις;
-Τόσο το καλύτερο. Αν όμως πονέσω; Σίγουρα δε θα πονέσω λίγο.
-Και γιατί είναι σίγουρο αυτό;
-Όταν πόνεσα, πόνεσα πολύ.
-Δηλαδή, ή καθόλου ή πολύ; Μόνο έτσι ξέρεις να πονάς;
-Ακριβώς.
-Και όταν δεν πονάς καθόλου, είναι γιατί δε ζεις καθόλου;
-…
-Δε μου απάντησες.
-Δε μου χρειάζεται να πονάω για να δείχνω ζωντανός.
-Μα και βέβαια όχι. Αλλά η ζωή αυτό ξέρει να κάνει καλά και δίχως διακρίσεις. Όταν έρχεσαι πονάς, όταν φεύγεις πάλι πονάς. Ενδιάμεσα… εκεί κι αν πονάς. Όλοι οι πόνοι, της αγάπης είναι παιδιά.
-Όταν δεν είσαι δεμένος με τίποτα και κανέναν, ζεις ελαφρύτερος. Πονάς λιγότερο.
-Μα καταλήξαμε σ’ αυτό. Εσύ δεν πονάς λίγο ή λιγάκι ή περίπου πολύ ή υποφερτά. Εσύ ή πολύ ή καθόλου. Και για να καταλάβω… όταν λες ‘καθόλου’ εννοείς πως πονάς τόσο όσο το καθόλου;
-Μα δεν πονάει το καθόλου.
-Εμένα με πονάει. Πολύ.
-Δηλαδή πώς;
-Μένουν κομμάτια μου στ’ αζήτητα. Ξεχνιούνται. Σκληραίνουν και γίνονται στο τέλος κάλοι. Κι o κάλος πρέπει να κοπεί. Κι αυτό πονάει: επειδή το άφησες να γίνει, επειδή κόβεται και επειδή μένει εκεί ένα κενό. Γι’ αυτό.
-Γι’ αυτό κι εγώ φροντίζω, εδώ και χρόνια, να προφυλάσσω τα κομμάτια μου. Κι έτσι, καθόλου δε φοβάμαι.
-… Δηλαδή, πόσο καθόλου;

Στη βεράντα

Η Λίζα τα καλοκαίρια, κάθε που νύχτωνε, κι εφόσον είχε τελειώσει τις δουλειές της, έβγαινε στη βεράντα. Έπαιρνε για συντροφιά τα τσιγάρα κι ένα ποτήρι κρασί και καθόταν απέναντι από την ολάνθιστη κλαίουσα. Εκεί, στο σκοτάδι, συγχρωτιζόταν με τους βραδινούς ‒σχεδόν απόκοσμους‒ ήχους, και τις μυρωδιές της υπόλοιπης φύσης.

Μία απ’ αυτές τις νύχτες ήταν γλυκιά και δροσερή, περισσότερο ήσυχη. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά κι άδειασε μέσα της αυταρχικά, το κρασί από το ποτήρι. Τότε ήταν που, χωρίς προειδοποίηση καμία, ρούφηξε λαίμαργα μαζί κι ένα αστέρι. Το κατάπιε ολόκληρο, με την τελευταία γουλιά. Αμάσητο, ατόφιο.

Το υπέρλαμπρο αστέρι πάσχιζε να χωνευτεί. Λαμπίριζαν τα σωθικά της. Φώτισε όλη η βεράντα. Το σπίτι. Η γειτονιά. Η πόλη κι η χώρα όλη. Το φως τρωγόταν με τα μέσα της. Φούντωνε τη Λίζα. Το αστέρι τώρα είχε αρχίσει να γίνεται λάβα. Μαύρη κι αχώνευτη. Πέτρωνε, σκοτείνιαζε ο τόπος.

Σηκώθηκε τότε, πήγε κάτω από την κλαίουσα που χόρευε ρυθμικά. Έσκυψε κι έβαλε τον δείκτη του χεριού της μέσα στο στόμα.  Ξέρασε μια μαύρη πέτρα. Σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε τον ουρανό και είπε: «Μαύρα θα σας κάνω, σαν αυτό, αν μου ξαναδοθείτε έτσι απλόχερα», κι έκατσε να τελειώσει το τσιγάρο της.

 

(Το συγκεκριμένο διήγημα διακρίθηκε στο διαγωνισμό με θέμα «Φως» του bythebook και έχει συμπεριληφθεί στο συλλογικό έργο. https://goo.gl/XJgUQy )

Χυδαίος καιρός

Ελιά στην ελιά, η φλόγα κρυφή. Ο Ιάρρυθμος απέναντι στο τζάκι συλλογίζεται αυτούς που κρυώνουν. Δε νοιάζεται να ζεσταθεί ο ίδιος, παρά μόνον πώς δε θα κρυώνει κανένας. Συζεί τρία χρόνια τώρα με μιαν αρρώστια που ούτε το όνομά της δεν έμαθε να προφέρει. Σκοτεινή, όλο μυστήριο.

Στα δεκαέξι του φτασμένος, δεν ξενυχτά με τους φίλους του, δε βγαίνει ραντεβού, δε λέει ψέματα, δεν παίζει μπάσκετ, δεν κάνει κοπάνα από το φροντιστήριο. Κάνει ό,τι του λένε οι θεράποντες. Κάθε φορά και κάτι καινούριο. Ούτε στο σχολείο είναι τακτικός ‒δυστυχώς‒ επειδή του συνιστούν να πολεμά τα βλαμμένα κύτταρα τις πρωινές ώρες. Μου τις σύστησε ως Ακτίνες Χ. Επειδή είναι υπερ-ήρωας. Επειδή μπορεί, έτσι σπάνιος που είναι.

Ο Ιάρρυθμος, εκτός από πειραματόζωο, είναι αριστερόχειρας, έχει δυο μελιά μάτια, μια συλλογή από ποδήλατα μινιατούρες, μία μικρή αδελφή και πολλά όνειρα. Επίσης, δε θέλει να κρυώνει κανείς τον χειμώνα: άστεγοι, άποροι, πρόσφυγες, κανείς μας. Οι γιατροί του είπαν πως έχει ένα μήνα ζωής. «Θα έχει γλυκάνει ο καιρός μέχρι τότε», σκέφτηκε.

Στον Άγγελο

Έκατσε αργά στην καρέκλα της κουζίνας. Κοίταξε την ποδιά της που είχε λαδιές από το φαγητό που μαγείρευε. Όλο το σπίτι μύριζε μαϊντανό. Το παράθυρο απέναντι από το πρόσωπό της, έφερνε καλοκαιρινή μεσημεριάτικη ραστώνη.

Βρήκε στο τραπέζι μολύβι. Είχε πάρει και χαρτί. Πάλευε τώρα να κρατήσει το μολύβι όρθιο πάνω στο χαρτί με τα δυο της χέρια. «Η μύτη να ακουμπά και να γλιστράει στη σελίδα», θυμήθηκε την εγγονή της. Με λίγες αχνές μουντζούρες τα κατάφερε. Πίεσε πολύ στο πρώτο γράμμα. Το «Άλφα το μεγάλο». Κοντοστάθηκε. Ποιο γράμμα πήγαινε μετά; Αυτό που είναι σαν ατύλιχτο τσουρέκι και μετά κι άλλο ένα τέτοιο, και μετά το «ε» και μετά…

Ήθελε να του γράψει. Νόμιζε πως έτσι τον αγγίζει. Πότε δεν έμαθε ούτε την αλφαβήτα. Δε βαριέσαι… Θα τη μάθαινε τώρα μόνη. Κι ας ήταν ογδόντα δύο χρόνων.  Έτσι, θα ένιωθε κοντά του όλες τις ώρες.

Από έξι χρόνων, εκείνη μάζευε βαμβάκι. Η μάνα της πέθανε στη γέννα και ο πατέρας έκτοτε ρήμαξε το συκώτι του και πέθανε λίγα χρόνια αργότερα. Την έστειλαν παραδουλεύτρα στο σπίτι του δασκάλου που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Και η γυναίκα του την έδερνε συνέχεια. Ούτε την αλφαβήτα δεν της έμαθαν. Στο σπίτι του δασκάλου· δεκατέσσερα χρόνια.

Ο Άγγελος πήγε στα δεκαεννιά του στην Αυστραλία. Μόλις που είχε σηκωθεί από το αναπηρικό καρότσι, χτυπημένος από σκλήρυνση κατά πλάκας. Πόσο της έμοιαζε. Επίμονος. Ξεροκέφαλος. «Θα περπατήσω πάλι μάνα» της είχε πει. Και το έκανε. Αλλά έφυγε. Για μια δουλειά και ένα μέλλον· μακριά της πολύ.

Είχε έξι κορίτσια κι εκείνον· στην άλλη άκρη. Έμαθε να βάζει τα γράμματα στη σειρά, το ένα δίπλα στο άλλο, αργά, δυνατά και προσεκτικά για να του γράφει. Γράμματα πιο τρυφερά κι από χάδια. Λέξεις πνιγμένες στην αγάπη και την προσμονή. Έτσι του έλεγε πόσο της έλειπε. Κάθε μέρα και μια λέξη.

Σκληρές σταγόνες

Μια ημέρα, επιτέλους περισσότερο υγρή και μουντή, (θα έβρεχε ή όχι, λίγη σημασία έχει) ο κύριος Κάπα ωμέγα σίγμα ταυ άλφα σίγμα τελικό θα έπαιρνε την ομπρέλα μαζί του φεύγοντας από το σπίτι. Θυμήθηκε, εντελώς τυχαία (;), πως την είχε αγοράσει από έναν πλανόδιο σε ένα ταξίδι του και πως ήταν η πιο αγαπημένη (ομπρέλα) που είχε κρατήσει στα χέρια του.

Μετά τον πλανόδιο, σκέφτηκε εκείνο το μοναδ(χ)ικό ταξίδι. Σ΄ εκείνην την πόλη πριν τρία χρόνια· που μύριζε νίκελ, μέταλλο, ατσάλι και κολόνια. Οι άνθρωποί της μύριζαν ανθρωπίλα, η πόλη όμως μοσχοβολούσε σίδερο και αρωματικό χώρου. Είχε ταξιδέψει μόνος για εκεί, ελπίζοντας πως θα κάνει φίλους όταν φθάσει. Ο πρώτος φίλος που έκανε στις δέκα μέρες ήταν ο πλανόδιος (επειδή αντάλλαξαν πάνω από τρεις κουβέντες· στην αγοραπωλησία) και η αμέσως επόμενη φίλη του, η ομπρέλα. Με την τελευταία (και μόνον) κρατά ακόμη στενές επαφές.

Πάντοτε, ημέρες σαν την σημερινή, την αναζητά και θέλει βγαίνοντας από το σπίτι, να την κρατά σφιχτά στο χέρι του. Η ομπρέλα του έφερνε στο μυαλό (εκτός από το ταξίδι που πάντα πρωτοθυμάται), καλοκαιρινές αμμουδιές, τα χάρτινα διακοσμητικά που έβαζαν στα κοκτέιλ στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα στην Ζάκυνθο που είχε πάει (τις μοναδικές) διακοπές με τους δικούς του, κατάλευκες Κινέζες στον Παρθενώνα που συνάντησε στην εκπαιδευτική εκδρομή της τετάρτης δημοτικού, κομψές Ροδίτισσες (που για κάποιο λόγο του είχε αποκαλύψει συνωμοτικά η μάνα του πως ψάχνουν γυναικολόγους για γάμο), τις σπασμένες ακτίνες του κίτρινου ποδηλάτου του, καμιά φορά και μπανέλες ‒σαν αυτές που είχε το ξηλωμένο σουτιέν της δεύτερης ξαδέρφης του στο χωριό και την τσιμπούσαν κάτω από τη μασχάλη‒ καθωσπρέπει κυρίες στο Κολωνάκι έξω από βιτρίνες με πανάκριβα παπούτσια να στηρίζουν το ένα χέρι επάνω τους, θεωρίες και ιδέες κάτω από την ίδια ομπρέλα (κάπου το είχε ακούσει αυτό και του άρεσε), κρυμμένα όπλα στον άξονά της για λογαριασμό κρατικών δολοφόνων (που είδε σε κάποιο μουσείο στο εν λόγω ταξίδι), τη Μαίρη Πόππινς και τον Αστυνόμο Σαΐνη να προσγειώνονται, τις πράσινες γαλότσες που του είχε κάνει δώρο ο πατέρας του (το πρώτο και τελευταίο) για να μαζεύει ελιές, βροχές, βροχές, βροχές, τα ουράνια τόξα που κυνηγούσε μικρός, συναχωμένες μύτες και ξυλιασμένα πόδια, το παράθυρο στο γυμνάσιο που έσταζε και διέκοπτε το μάθημα της κυρίας Πι έψιλον ταυ άλφα σίγμα τελικό, τη λακκούβα με το λασπωμένο νερό που είχε αδειάσει επάνω του (όσο περίμενε στη στάση το λεωφορείο για να πάει στη δουλειά) εκείνος ο βιαστικός οδηγός (αυτό το γαϊδούρι), και άλλα πολλά…

Μ΄ αυτά και μ’ αυτά, ούτε που κατάλαβε πως πέρασε κι αυτή η μέρα, παρέα με την ομπρέλα. Το φθινόπωρο είχε γίνει η αγαπημένη εποχή του. Ερχόταν και βροχερός χειμώνας, όπως είχαν προβλέψει… Ένιωθε ήδη πολύ-λίγο μόνος.

Ο παππούς και ο Γιάννης

Έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πηδούσε ξύλινους φράχτες, λακκούβες με πρωτοβρόχινο νερό. Προσπερνούσε καμήλες, καρότσες, πραματευτάδες. Είχε έρθει ο Μιχάλης και έπρεπε να τον δει και να του μιλήσει. Να δει με τί μοιάζουν οι γενναίοι· ο μεγάλος του ξάδερφος. Είχε μάθει πως ήταν τραυματισμένος στο μέτωπο πολεμώντας. Είχε οικογένεια πίσω στην Αθήνα. Και τώρα είχε έρθει να δει τους θείους του στη Σμύρνη.

Λίγες μέρες πριν, ο Γιάννης είχε χάσει πατέρα και παππού μέσα σ’ ένα μήνα. Είχε χάσει δύο πατεράδες. Ο παππούς ήταν αυτός που τον μεγάλωσε, όταν η μάνα του πέθανε στη γέννα της μικρής αδερφής του. Η οποία κι αυτή πέθανε στην έλλειψη της μάνας. Κι ήταν μόλις δεκατριών χρόνων τώρα. Ορφανός, ανήσυχος και άδειος.

Τον πήρε ο θείος Στέφανος στο καφενείο του στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Το σπίτι που θα έμενε, από πάνω. Έβλεπε όλων των λογιών τους εμπόρους και τα καλά του κόσμου που μετέφεραν. Από το μπαλκόνι του έβλεπε και το πράσινο ψηλά και το μπλε χαμηλά, μέχρι που αυτό χανόταν στον ορίζοντα. Αυτός ήταν ο δικός του κόσμος. Καμιά φορά τον έπαιρναν στ’ αμπέλια και τα χωράφια για να μαθαίνει πώς βγαίνει η σταφίδα και πώς τα καπνά. Τώρα όμως όλα αυτά δεν ήταν αρκετά. Είχε έρθει ο Μιχάλης και ήθελε να κοιτάξει μέσα από εκείνον· εκεί που δεν έφταναν τα δικά του μάτια.

Τον περιεργαζόταν, σώπαινε. Κοιτούσε μια αυτόν μια τους συγγενείς του. Είχαν στρώσει στο μεγάλο τραπέζι έξω από το μαγαζί και έπιναν κρασί για το καλωσόρισμα. Ανέπνεε βαθιά να πάρει κουράγιο και γέμιζαν τα ρουθούνια του κανέλλα που έξυνε η θειά Σοφιά πάνω από την κατσαρόλα.  Ετοίμαζε το αγαπημένο του Μιχάλη. Σουτζουκάκια, σμυρναίικα.

Για μια στιγμή, ο Μιχάλης τον κοίταξε με μια δόση τραχιάς γλύκας και τότε σαν να του έδωσε λίγο από το θάρρος του. Αλλά και πάλι… Μιλούσαν οι μεγάλοι. Δεν μπορούσε να διακόψει. Τον ρωτούσαν σοβαρά και με λαχτάρα να τους πει για τον πόλεμο, για τους εχθρούς. Ποιό ήταν το σχέδιο της Αθήνας τώρα που ήρθε στη Σμύρνη ο ελληνικός στρατός. Τον καταβρόχθιζαν. Δεν υπήρχε χώρος για τις ερωτήσεις του Γιάννη. Βρήκε μια γωνιά στην άκρη του μαγαζιού και τους παρατηρούσε. Τους  άκουγε προσεκτικά παρ’ όλο που δεν ήξερε να υπολογίσει τη σημασία όσων έλεγαν. Μετρούσε μόνο τα πρόσωπα τους, ζύγιαζε τη γλώσσα του σώματός τους.

Έμοιαζε αιώνας μέχρι όλα να τελειώσουν. Και το φαγητό και το κρασί σαν από παραβολή· ατελείωτα. Σηκώθηκε επιτέλους ο Μιχάλης να πάει στην κάμαρα που του είχαν ετοιμάσει, να ξαποστάσει μια στάλα. Έτρεξε πίσω του, κι αυτή τη φορά θα ρωτούσε. Δε θα είχε άλλη ευκαιρία. «Μιχάλη, θα τα καταφέρω μόνος στην Αθήνα;», είπε λαχανιασμένος. Δεν περίμενε απάντηση. Αυτήν, την είχε· μέσα του. Κάποιο καιρό τώρα.

Τρεις μέρες μετά μπήκε στο ατμόπλοιο «Αδριατικός». Τι κι αν ο θείος Στέφανος και η θειά Σοφιά προσπάθησαν να τον συνετίσουν. Το καφενείο, τα αμπέλια και τα καπνά δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν πια. Ήθελε να κάνει το σάλτο. Να ξεκινήσει τη δική του αρχή, να αμολήσει τις δικές του ρίζες. Να γίνει πατέρας και παππούς. Να γίνει πολλές φορές πατέρας.

Ο ελαιοχρωματιστής

Ο Σωτηράκης από μικρός βοηθούσε στις αγροτικές δουλειές. Με κρύο ή ζέστη, στην Ήπειρο τα ξινά ευδοκιμούσαν. Δίπλα στους παππούδες μάθαινε τη γη. Κλειστό παιδί και ήσυχο. Δεν τραβούσε στα γράμματα και τον έστειλαν σ’ έναν θείο να μάθει την τέχνη του ελαιοχρωματιστή.

Του άρεσε ν’ ασπρίζει, να μεταμορφώνει τους τοίχους, να τους βλέπει να παίρνουν ζωή. Του άρεσαν και τα χρώματα, πολύ. Έγινε καλός. Μεγαλώνοντας δούλευε μόνος. Πήρε και μια γυναίκα από το χωριό. Όμορφη και παχουλή. Χόρεψαν Καζαντζίδη στους αρραβώνες· που τον άκουγε και στη δουλειά και τον ταξίδευε.

Έκαναν μια κόρη. Όμορφη και όχι παχουλή. Μετακόμισαν στην Αθήνα γιατί οι δουλειές στην Ήπειρο λιγόστευαν. Έπρεπε να πάει και το κορίτσι σε μια σχολή… Να μάθει μια τέχνη. Όταν πια έπιασε δουλειά στο κομμωτήριο και τακτοποιήθηκε κι εκείνη, ησύχασε ο Σωτηράκης.

Αγόρασαν με τον καιρό κι ένα εξοχικό κοντά στην Αθήνα. Να πηγαίνουν να πατούν χώμα. Να παλεύει με καμιά δουλειά και ο Σωτηράκης, να ξεχνιέται από τις υποχρεώσεις και τη λησμονιά του χωριού. Όσο περισσότερο αρρώσταινε η γυναίκα του, τόσο πιο συχνά πήγαινε στο εξοχικό. Μόνος. Καθόταν δυο μέρες και μετά έφευγε. Ολιγομίλητος και αφηρημένος. Φιλικός με τους γείτονες. Όταν του μιλούσαν, απαντούσε. Αγαθός, άκακος.

Πάντρεψε την κόρη του, έγινε παππούς, έθαψε τη γυναίκα του. Πέρασαν τα χρόνια. Πάτησε τα εβδομήντα ο Σωτηράκης.  Τώρα πήγαινε συχνότερα στο εξοχικό. Άνοιγε διάπλατα τα παράθυρα που κοιτούσαν στον δρόμο, φορούσε το μαύρο δαντελωτό νεγκλιζέ και το κατακόκκινο κραγιόν του και απολάμβανε χαμογελαστός τον εαυτό του στον καθρέπτη. Από την κουζίνα ακουγόταν Καζαντζίδης.