Εξοχικό στη Λούτσα

Ξυριζόταν ανελλιπώς κάθε πρωί στο λουτρό, με τα βεραμάν πλακάκια και την κίτρινη πορσελάνινη εντοιχισμένη σαπουνοθήκη. Είχε ασορτί κίτρινο μπουρνούζι και κίτρινες χειμωνιάτικες παντούφλες· για να ταιριάζουν χρωματικά με τη σαπουνοθήκη. Δεν τον ένοιαζε να ταιριάζει τα αξεσουάρ του με τα βεραμάν πλακάκια, παρά μόνον με τη σαπουνοθήκη. Ξυριζόταν με ένα φθηνό ξυραφάκι BIC μίας χρήσης επειδή ήταν κίτρινο κι αυτό.

Όσο κοιτούσε τον εαυτό του στον καθρέπτη και τσίτωνε με χειρουργική ακρίβεια μια τον λαιμό και μια τις φαβορίτες του, σκεπτόταν πως έπρεπε να βρει το κουράγιο χθες να πει στον προϊστάμενό του πως, η Μαρίκα έκλεψε τα χρήματα από το ταμείο και όχι αυτός και πως την είδε να τα βουτάει αλλά δεν έχει καμία απόδειξη γι’ αυτό παρά μόνον πως, η Μαρίκα είναι καπάτσα και πως του είχε πει ότι θέλει ν’ αγοράσει –ευκαιρία τώρα που μπήκε στο σχέδιο πόλης‒ ένα μικρό εξοχικό, «Προκάτ καλέ… τι νόμιζες;», στη Λούτσα, για να πηγαίνει με τον Σάββα τον γκόμενο τα σαββατοκύριακα όταν δεν θα έχει τα παιδιά, να κάνει τα μπάνια της και να είναι μαυρισμένη όλον τον χρόνο και όχι με: «Σο λά ρι ουμ χρυσέ μου… τόσο άσχετος είσαι;;»  ‒όπως αυτές στο εξωτερικό που κάθονται κάτω από τις κόκκινες λάμπες σαν τα σουτζουκάκια στα μαγειρεία‒ και να παίζει τον Θανάση της τα λιγότερο ζεστά βράδια στη βεράντα, που θα τη γεμίσει γεράνια και κάτι πολυθρόνες από καλάμια (ή μπαμπού; Δε θυμάμαι ακριβώς) και να έρχεται τις Δευτέρες κατευθείαν από τη Λούτσα στο γραφείο με το ΚΤΕΛ των επτά που έχει αφετηρία και τέρμα στο Πεδίον του  Άρεως, κοντά στο δυαράκι της στα Πατήσια, και με των τρεις να επιστρέφει πάλι εκεί κάθε δεύτερη Παρασκευή για να μην χάνει χρόνο με τον τζουτζούκο της, που δεν έχει αυτήν τη περίοδο δουλειά και μπορεί να μένει εκεί όλη την εβδομάδα για να κρατάει ζεστό το σπίτι ‒να κάνει και καμιά δουλίτσα‒ να ζουν το πάθος τους στις κουκλίστικες γωνιές που θα φτιάξει με μαξιλάρια και ριχτάρια από του Χυτήρογλου που θα πάρει στις εκπτώσεις από την Ερμού, γιατί εντάξει, τα παιδιά της μεγάλωσαν πια, δεν χρειάζεται να τα χαρτζιλικώνει όπως παλιά και πρέπει να κοιτάξει λίγο και τη δική της ζωή και να ζήσει κάτι από τα χαμένα νιάτα που της ξεζούμισε ο αχαΐρευτος πρώην σύζυγός της, αλλά ευτυχώς που επιτέλους έκανε και κάτι καλό για την ίδια και τον έδιωξε από το σπίτι πριν πέντε χρόνια γιατί της είχε φάει τη ζωή και την περιουσία στα μπουζούκια και τις πουτάνες στο Λουτράκι που ξημεροβραδιαζόταν παίζοντας όλα τους τα λεφτά στους κουλοχέρηδες, και που πούλησε μέχρι και τις καλές πιατέλες από την προίκα που της είχε πάρει η μάνα της και την άφησε με άδειο λογαριασμό και σχεδόν ξεβράκωτη να ξεκινήσει πάλι από την αρχή να μαζεύει ρόγα ρόγα τα λεφτά για να ορθοποδήσει και να νοικιάσει αυτό το μικρό διαμερισματάκι, που εντάξει δεν παραπονιέται, καθαρό είναι και καλή σπιτονοικοκυρά έχει, είναι κοντά στο γραφείο και τις συγκοινωνίες για να μπορεί να πηγαίνει μια βόλτα η καψερή με τις φίλες της στον Λαμπρόπουλο να μυρίσουν κανένα αμερικάνικο άρωμα και να αγοράσουν νάιλον κάλτσες ‒από τις ανθεκτικές, στο χρώμα του δέρματος‒ να φάνε και καμιά πάστα στου Φλόκα να γλυκάνουν το μέσα τους από τα φαρμάκια που τις έχουν ποτίσει οι λεγάμενοι, αλλά ας είναι καλά τα βλαστάρια τους που παίρνουν καμιά χαρά από εκεί, γιατί και η Λέλα και η Σούλα λάθος αρσενικά πήραν και πληρώνουν κι αυτές τώρα τα σπασμένα, τουλάχιστον όμως έχει αυτές που είναι στην ίδια ‒και χειρότερη μη σου πω‒ μοίρα μ’ εκείνη και παρηγορείται κάπως, επειδή το μόνο που ήθελε «Δε ζητούσα πολλά… Πολλά ζητούσα;», ήταν να έχει ένα νοικοκυρεμένο σπιτικό κι ένα αυτοκινητάκι, όχι κούρσα, και ένα εξοχικό κάπου να πηγαίνουν τα καλοκαίρια να παίρνουν τον καθαρό αέρα τους, να κάνουν κανένα μπανάκι και τα παιδιά και αν τα οικονομικά τους πήγαιναν καλύτερα να έπαιρναν κι ένα πλαστικό βαρκάκι, σαν αυτό που έχει ο άντρας της Μαίρης από τον 2ο και την πηγαίνει στο Αγκίστρι για ψαράκι, και να έβγαιναν μια-δυο φορές την εβδομάδα –όχι πολλά  λούσα…‒ να έπιναν το κρασάκι τους σε κάποιο ρεστοράν, να έβαζε κι εκείνη τα φορέματά της που τα είχε φάει ο σκόρος από τότε που έκανε τον κανακάρη της και έπειτα, επειδή δεν την πήγαινε πουθενά ο άχρηστος, να έβγαζαν κι ένα καλό σχολείο τα παιδιά για να έχουν μια σίγουρη δουλίτσα όπως εκείνη, που φρόντισε να είναι μόνιμη στο δημόσιο γιατί έβλεπε πως ο τεμπέλης ξυπνάει για πρωί στις τέσσερις το μεσημέρι όταν επιστρέφει εκείνη από τη δουλειά και κοιμάται –αν κοιμάται στο σπίτι‒ μετά τις έξι το χάραμα που σηκώνεται εκείνη για να πάει στην υπηρεσία να φέρει ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι, που, δε λέει, καλά τα σχολεία και τα γράμματα αλλά αν δεν έχεις τις διασυνδέσεις και τις γνωριμίες που χρειάζονται, όπως εκείνη δηλαδή που στάθηκε τυχερή ‒τουλάχιστον σ’ αυτό‒ επειδή στην αρχή ο χαραμοφάης κέρδιζε κιόλας, κι αυτές τις φορές την έβλεπε ο ήλιος τις Κυριακές και το φεγγάρι τα Σαββατόβραδα που την έβγαζε στα μπουζούκια ν’ ακούσουν τη Μαρινέλλα και τον Τόλη ‒που πολύ της άρεσε σαν άντρας‒ και γνώρισε κι εκείνη κάποιους από την υψηλή κοινωνία ‒φίλους του ακατανόμαστου‒ που έπαιζαν τα λεφτά από τα καράβια τους στα «καζίνα» και μετά τα σκόρπαγαν στα πιάτα και τα γαρύφαλλα στις πρώτες πίστες της Αθήνας με τα μεγαλύτερα ονόματα στις μαρκίζες, και έτσι κι εκείνη από το γινάτι της που ο άλλος την παράταγε και ξενοκοιμόταν, πλεύρισε κανά-δυο χωνεμένους στην κυβέρνηση «Πολιτικάντηδες παιδί μου…», τους έταξε την ψήφο της για να της κάνουν το ρουσφέτι και να βολευτούν όλοι, και ευτυχώς(!) να λες που της είχε κόψει και δεν τους ζήταγε χρυσαφικά και γούνες σαν τις άλλες χαμένες αλλά μια θεσούλα στο δημόσιο να βγάζει τα δικά της λεφτουδάκια και να μην έχει κανέναν ανάγκη, επειδή έβλεπε πως τους πηγαίνει στον γκρεμό ο μπεκρής άντρας της και δεν είχε όρεξη να καταλήξει στα παγκάκια να του κάνει παρέα, γιατί εκείνη άλλα είχε ονειρευτεί…«Αααχ, περνούσα εγώ έξω από τους σινεμάδες και φυσούσα… μποφόρ», και αλλιώς της τα έφερε η ζωή, αλλά δεν είναι από αυτές που κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια και δεν βουτάνε τις ευκαιρίες από τα μαλλιά, και τώρα που είπε μαλλιά, να θυμηθεί να κλείσει ραντεβού στη Νίτσα να της περάσει τη βαφή…

Αντί αυτών, παραδέχτηκε συγκαταβατικά στον προϊστάμενό του πως τα χρήματα ήταν δική του ευθύνη, και εφόσον λείπουν από το ταμείο θα τ΄ αντικαταστήσει παρ΄ αυτά.

Ηρωίνα

Λεπτομέρεια: το βλάψιμο των ματιών του. Μια ανυπομονησία μαζί και φόβος, για κάθε τι που θα φέρει η ζωή ‒κάθε στιγμή της‒ διάχυτα, έκδηλα, ευκρινέστατα. Όλα εκεί στα μάτια του αποτυπωμένα. Όταν τον αντίκρισα, η αμηχανία με καθήλωσε.

Έτυχε να δουλέψει για μια εβδομάδα στο απέναντι σπίτι από το δικό μας. Μια μέρα χρειάστηκε ένα πριόνι και μας χτύπησε το κουδούνι: «Είμαι το παιδί από απέναντι που κάνει δουλειές». Έτσι μας συστήθηκε. Μου ρήμαζε την ψυχή. Όνομα δεν είχε; Γιατί δεν συστηνόταν με τ’ όνομά του; Ποια ηρωίδα του το έκλεψε; Ποια ηρωίνη του το σάπισε;

Σχεδόν όμορφος· ακόμη. Και πολύ νέος. Παρά το εσωτερικό γήρας του. Ντροπαλός, ταπεινός κι ευγενικός. Μα πόσο ευγενικός… Θα έλεγες πως από κάποιο σκηνοθετικό λάθος κατοίκησε τον κόσμο αυτόν. Πώς δεν είναι για εδώ…

Και μικρός ήταν διαφορετικός. (Μας μίλησαν γι’ αυτόν ‒με οίκτο‒  κάποιοι καλοθελητές συντοπίτες. Χωρίς να τους ρωτήσουμε).  Σε όλους φάνταζε κάποτε αλλιώτικος. Θες η αύρα, το στήσιμο του σώματος, μία κάποια (χαμένη τώρα πια) λάμψη από μέσα… Ο καθένας είχε δει σ’ αυτόν κάτι θαυμαστό και ζηλευτό. Κι εκείνος, φορτωμένος προσόντα για το ‘άλλο’, το μεγαλύτερο: ανίδεος, απροβάριστος.

Άρχισε να στολίζει το κορμί του με μελάνια. Ξεκίνησε από τα χέρια· κι ύστερα έσταξε μελάνι παντού. Κι εκεί που πονά πιο πολύ, το περισσότερο.  Να κρυφτεί πίσω τους. Να μη βλέπει κανείς, ό,τι ήταν τέλος πάντων αυτό που έβλεπε.

Εξαφανίστηκε, περιπλανήθηκε, αργόσβηνε καθημερινά. Πήγε σ’ ερημιές, βούλιαξε, ένιωσε γίγαντας, πως όλα είναι εντάξει, πως όλα θα πάνε καλά. Τρυφερές αγκαλιές που στερήθηκε, μανάδες και πατεράδες παρόντες παντού. Έμεινε άστεγος, αδέσποτος.

Μια νύχτα ξύπνησε δίπλα στην πρωταγωνίστρια του έργου του. Εκείνη είχε πεθάνει προ ημερών. Είχε αρχίσει η σήψη: βρομούσε. Κανείς δεν ξέρει τι δεν άντεξε το παιδί από απέναντι περισσότερο: τη βρόμα ή το θάνατο…

Τώρα δουλεύει μεροκάματα στη γη. Σε δέντρα και σε κήπους. Τους δίνει ζωή· ή άραγε τους παίρνει;

Πόσο είναι το καθόλου;

-Κι αν πονέσω;
-Κι αν δεν πονέσεις;
-Τόσο το καλύτερο. Αν όμως πονέσω; Σίγουρα δε θα πονέσω λίγο.
-Και γιατί είναι σίγουρο αυτό;
-Όταν πόνεσα, πόνεσα πολύ.
-Δηλαδή, ή καθόλου ή πολύ; Μόνο έτσι ξέρεις να πονάς;
-Ακριβώς.
-Και όταν δεν πονάς καθόλου, είναι γιατί δε ζεις καθόλου;
-…
-Δε μου απάντησες.
-Δε μου χρειάζεται να πονάω για να δείχνω ζωντανός.
-Μα και βέβαια όχι. Αλλά η ζωή αυτό ξέρει να κάνει καλά και δίχως διακρίσεις. Όταν έρχεσαι πονάς, όταν φεύγεις πάλι πονάς. Ενδιάμεσα… εκεί κι αν πονάς. Όλοι οι πόνοι, της αγάπης είναι παιδιά.
-Όταν δεν είσαι δεμένος με τίποτα και κανέναν, ζεις ελαφρύτερος. Πονάς λιγότερο.
-Μα καταλήξαμε σ’ αυτό. Εσύ δεν πονάς λίγο ή λιγάκι ή περίπου πολύ ή υποφερτά. Εσύ ή πολύ ή καθόλου. Και για να καταλάβω… όταν λες ‘καθόλου’ εννοείς πως πονάς τόσο όσο το καθόλου;
-Μα δεν πονάει το καθόλου.
-Εμένα με πονάει. Πολύ.
-Δηλαδή πώς;
-Μένουν κομμάτια μου στ’ αζήτητα. Ξεχνιούνται. Σκληραίνουν και γίνονται στο τέλος κάλοι. Κι o κάλος πρέπει να κοπεί. Κι αυτό πονάει: επειδή το άφησες να γίνει, επειδή κόβεται και επειδή μένει εκεί ένα κενό. Γι’ αυτό.
-Γι’ αυτό κι εγώ φροντίζω, εδώ και χρόνια, να προφυλάσσω τα κομμάτια μου. Κι έτσι, καθόλου δε φοβάμαι.
-… Δηλαδή, πόσο καθόλου;

Στη βεράντα

Η Λίζα τα καλοκαίρια, κάθε που νύχτωνε, κι εφόσον είχε τελειώσει τις δουλειές της, έβγαινε στη βεράντα. Έπαιρνε για συντροφιά τα τσιγάρα κι ένα ποτήρι κρασί και καθόταν απέναντι από την ολάνθιστη κλαίουσα. Εκεί, στο σκοτάδι, συγχρωτιζόταν με τους βραδινούς ‒σχεδόν απόκοσμους‒ ήχους, και τις μυρωδιές της υπόλοιπης φύσης.

Μία απ’ αυτές τις νύχτες ήταν γλυκιά και δροσερή, περισσότερο ήσυχη. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά κι άδειασε μέσα της αυταρχικά, το κρασί από το ποτήρι. Τότε ήταν που, χωρίς προειδοποίηση καμία, ρούφηξε λαίμαργα μαζί κι ένα αστέρι. Το κατάπιε ολόκληρο, με την τελευταία γουλιά. Αμάσητο, ατόφιο.

Το υπέρλαμπρο αστέρι πάσχιζε να χωνευτεί. Λαμπίριζαν τα σωθικά της. Φώτισε όλη η βεράντα. Το σπίτι. Η γειτονιά. Η πόλη κι η χώρα όλη. Το φως τρωγόταν με τα μέσα της. Φούντωνε τη Λίζα. Το αστέρι τώρα είχε αρχίσει να γίνεται λάβα. Μαύρη κι αχώνευτη. Πέτρωνε, σκοτείνιαζε ο τόπος.

Σηκώθηκε τότε, πήγε κάτω από την κλαίουσα που χόρευε ρυθμικά. Έσκυψε κι έβαλε τον δείκτη του χεριού της μέσα στο στόμα.  Ξέρασε μια μαύρη πέτρα. Σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε τον ουρανό και είπε: «Μαύρα θα σας κάνω, σαν αυτό, αν μου ξαναδοθείτε έτσι απλόχερα», κι έκατσε να τελειώσει το τσιγάρο της.

 

(Το συγκεκριμένο διήγημα διακρίθηκε στο διαγωνισμό με θέμα «Φως» του bythebook και έχει συμπεριληφθεί στο συλλογικό έργο. https://goo.gl/XJgUQy )

Χυδαίος καιρός

Ελιά στην ελιά, η φλόγα κρυφή. Ο Ιάρρυθμος απέναντι στο τζάκι συλλογίζεται αυτούς που κρυώνουν. Δε νοιάζεται να ζεσταθεί ο ίδιος, παρά μόνον πώς δε θα κρυώνει κανένας. Συζεί τρία χρόνια τώρα με μιαν αρρώστια που ούτε το όνομά της δεν έμαθε να προφέρει. Σκοτεινή, όλο μυστήριο.

Στα δεκαέξι του φτασμένος, δεν ξενυχτά με τους φίλους του, δε βγαίνει ραντεβού, δε λέει ψέματα, δεν παίζει μπάσκετ, δεν κάνει κοπάνα από το φροντιστήριο. Κάνει ό,τι του λένε οι θεράποντες. Κάθε φορά και κάτι καινούριο. Ούτε στο σχολείο είναι τακτικός ‒δυστυχώς‒ επειδή του συνιστούν να πολεμά τα βλαμμένα κύτταρα τις πρωινές ώρες. Μου τις σύστησε ως Ακτίνες Χ. Επειδή είναι υπερ-ήρωας. Επειδή μπορεί, έτσι σπάνιος που είναι.

Ο Ιάρρυθμος, εκτός από πειραματόζωο, είναι αριστερόχειρας, έχει δυο μελιά μάτια, μια συλλογή από ποδήλατα μινιατούρες, μία μικρή αδελφή και πολλά όνειρα. Επίσης, δε θέλει να κρυώνει κανείς τον χειμώνα: άστεγοι, άποροι, πρόσφυγες, κανείς μας. Οι γιατροί του είπαν πως έχει ένα μήνα ζωής. «Θα έχει γλυκάνει ο καιρός μέχρι τότε», σκέφτηκε.

Στον Άγγελο

Έκατσε αργά στην καρέκλα της κουζίνας. Κοίταξε την ποδιά της που είχε λαδιές από το φαγητό που μαγείρευε. Όλο το σπίτι μύριζε μαϊντανό. Το παράθυρο απέναντι από το πρόσωπό της, έφερνε καλοκαιρινή μεσημεριάτικη ραστώνη.

Βρήκε στο τραπέζι μολύβι. Είχε πάρει και χαρτί. Πάλευε τώρα να κρατήσει το μολύβι όρθιο πάνω στο χαρτί με τα δυο της χέρια. «Η μύτη να ακουμπά και να γλιστράει στη σελίδα», θυμήθηκε την εγγονή της. Με λίγες αχνές μουντζούρες τα κατάφερε. Πίεσε πολύ στο πρώτο γράμμα. Το «Άλφα το μεγάλο». Κοντοστάθηκε. Ποιο γράμμα πήγαινε μετά; Αυτό που είναι σαν ατύλιχτο τσουρέκι και μετά κι άλλο ένα τέτοιο, και μετά το «ε» και μετά…

Ήθελε να του γράψει. Νόμιζε πως έτσι τον αγγίζει. Πότε δεν έμαθε ούτε την αλφαβήτα. Δε βαριέσαι… Θα τη μάθαινε τώρα μόνη. Κι ας ήταν ογδόντα δύο χρόνων.  Έτσι, θα ένιωθε κοντά του όλες τις ώρες.

Από έξι χρόνων, εκείνη μάζευε βαμβάκι. Η μάνα της πέθανε στη γέννα και ο πατέρας έκτοτε ρήμαξε το συκώτι του και πέθανε λίγα χρόνια αργότερα. Την έστειλαν παραδουλεύτρα στο σπίτι του δασκάλου που δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Και η γυναίκα του την έδερνε συνέχεια. Ούτε την αλφαβήτα δεν της έμαθαν. Στο σπίτι του δασκάλου· δεκατέσσερα χρόνια.

Ο Άγγελος πήγε στα δεκαεννιά του στην Αυστραλία. Μόλις που είχε σηκωθεί από το αναπηρικό καρότσι, χτυπημένος από σκλήρυνση κατά πλάκας. Πόσο της έμοιαζε. Επίμονος. Ξεροκέφαλος. «Θα περπατήσω πάλι μάνα» της είχε πει. Και το έκανε. Αλλά έφυγε. Για μια δουλειά και ένα μέλλον· μακριά της πολύ.

Είχε έξι κορίτσια κι εκείνον· στην άλλη άκρη. Έμαθε να βάζει τα γράμματα στη σειρά, το ένα δίπλα στο άλλο, αργά, δυνατά και προσεκτικά για να του γράφει. Γράμματα πιο τρυφερά κι από χάδια. Λέξεις πνιγμένες στην αγάπη και την προσμονή. Έτσι του έλεγε πόσο της έλειπε. Κάθε μέρα και μια λέξη.

Σκληρές σταγόνες

Μια ημέρα, επιτέλους περισσότερο υγρή και μουντή, (θα έβρεχε ή όχι, λίγη σημασία έχει) ο κύριος Κάπα ωμέγα σίγμα ταυ άλφα σίγμα τελικό θα έπαιρνε την ομπρέλα μαζί του φεύγοντας από το σπίτι. Θυμήθηκε, εντελώς τυχαία (;), πως την είχε αγοράσει από έναν πλανόδιο σε ένα ταξίδι του και πως ήταν η πιο αγαπημένη (ομπρέλα) που είχε κρατήσει στα χέρια του.

Μετά τον πλανόδιο, σκέφτηκε εκείνο το μοναδ(χ)ικό ταξίδι. Σ΄ εκείνην την πόλη πριν τρία χρόνια· που μύριζε νίκελ, μέταλλο, ατσάλι και κολόνια. Οι άνθρωποί της μύριζαν ανθρωπίλα, η πόλη όμως μοσχοβολούσε σίδερο και αρωματικό χώρου. Είχε ταξιδέψει μόνος για εκεί, ελπίζοντας πως θα κάνει φίλους όταν φθάσει. Ο πρώτος φίλος που έκανε στις δέκα μέρες ήταν ο πλανόδιος (επειδή αντάλλαξαν πάνω από τρεις κουβέντες· στην αγοραπωλησία) και η αμέσως επόμενη φίλη του, η ομπρέλα. Με την τελευταία (και μόνον) κρατά ακόμη στενές επαφές.

Πάντοτε, ημέρες σαν την σημερινή, την αναζητά και θέλει βγαίνοντας από το σπίτι, να την κρατά σφιχτά στο χέρι του. Η ομπρέλα του έφερνε στο μυαλό (εκτός από το ταξίδι που πάντα πρωτοθυμάται), καλοκαιρινές αμμουδιές, τα χάρτινα διακοσμητικά που έβαζαν στα κοκτέιλ στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα στην Ζάκυνθο που είχε πάει (τις μοναδικές) διακοπές με τους δικούς του, κατάλευκες Κινέζες στον Παρθενώνα που συνάντησε στην εκπαιδευτική εκδρομή της τετάρτης δημοτικού, κομψές Ροδίτισσες (που για κάποιο λόγο του είχε αποκαλύψει συνωμοτικά η μάνα του πως ψάχνουν γυναικολόγους για γάμο), τις σπασμένες ακτίνες του κίτρινου ποδηλάτου του, καμιά φορά και μπανέλες ‒σαν αυτές που είχε το ξηλωμένο σουτιέν της δεύτερης ξαδέρφης του στο χωριό και την τσιμπούσαν κάτω από τη μασχάλη‒ καθωσπρέπει κυρίες στο Κολωνάκι έξω από βιτρίνες με πανάκριβα παπούτσια να στηρίζουν το ένα χέρι επάνω τους, θεωρίες και ιδέες κάτω από την ίδια ομπρέλα (κάπου το είχε ακούσει αυτό και του άρεσε), κρυμμένα όπλα στον άξονά της για λογαριασμό κρατικών δολοφόνων (που είδε σε κάποιο μουσείο στο εν λόγω ταξίδι), τη Μαίρη Πόππινς και τον Αστυνόμο Σαΐνη να προσγειώνονται, τις πράσινες γαλότσες που του είχε κάνει δώρο ο πατέρας του (το πρώτο και τελευταίο) για να μαζεύει ελιές, βροχές, βροχές, βροχές, τα ουράνια τόξα που κυνηγούσε μικρός, συναχωμένες μύτες και ξυλιασμένα πόδια, το παράθυρο στο γυμνάσιο που έσταζε και διέκοπτε το μάθημα της κυρίας Πι έψιλον ταυ άλφα σίγμα τελικό, τη λακκούβα με το λασπωμένο νερό που είχε αδειάσει επάνω του (όσο περίμενε στη στάση το λεωφορείο για να πάει στη δουλειά) εκείνος ο βιαστικός οδηγός (αυτό το γαϊδούρι), και άλλα πολλά…

Μ΄ αυτά και μ’ αυτά, ούτε που κατάλαβε πως πέρασε κι αυτή η μέρα, παρέα με την ομπρέλα. Το φθινόπωρο είχε γίνει η αγαπημένη εποχή του. Ερχόταν και βροχερός χειμώνας, όπως είχαν προβλέψει… Ένιωθε ήδη πολύ-λίγο μόνος.