Ώτος ο σκωψ

Έξω ο γκιώνης κεντά το μοιρολόι του. Ακούραστα τις νύχτες, μελιστάλαχτα. Κλαίει τον χαμένο αδελφό του. Τον Αντώνη· Αντών, Ντών, Γκιών… Έτσι το ήθελε η μοίρα, έτσι τους ήταν γραμμένο. Ο ένας ν’ αποζητά τον άλλον, στο άπειρο. Μέχρι να του ανοίξει η μύτη, ώσπου να χαθεί κι ο ίδιος.

Τα ρούχα στραγγισμένα από κορμιά κείτονταν εκεί κάτω. Παραδίπλα, τα κορμιά παραγεμισμένα πόθο. Θα ήταν η τελευταία τους φορά μαζί, ο ένας μέσα στον άλλον, μα αυτό δεν το γνώριζαν ακόμη.

Αποχωρίστηκαν με δυσκολία, όπως πάντα, για ν’ ανταμωθούν ξανά σε λίγους μήνες. Θα τους κρατούσε συντροφιά η μοναξιά κι η ανάμνηση της μυρωδιάς τους. Οι ζωές τους θα κυλούσαν όπως πρώτα. Δουλειά, υποχρεώσεις, αναμονή.

Εκείνη γραμματέας κι ύστερα κόρη. Εκείνος μηχανικός στα καράβια κι ορφανός. Είχαν αποφασίσει να παντρευτούν. Κρυφός ο δεσμός τους χρόνια, μα άλλο μακριά ο ένας απ’ τον άλλον δεν άντεχε. Ύστερα κι απ’ αυτό το ταξίδι, θα έπιανε μια στεριανή δουλειά, να ζήσουν μαζί, να βρίσκεται κοντά της.

Παντρεύτηκε με τ’ άπειρο σε κείνο το ταξίδι. Για πάντα ποθητό στη μνήμη και την καρδιά της. Βούτηξε να περιποιηθεί το καράβι και έξω δεν ξαναβγήκε. Πνίγηκε. Το ίδιο βράδυ πήγε στο όνειρό της. Ξαπλωμένος ανάσκελα στο χορτάρι, χαμογελαστός, της έγνεψε τρυφερά.

Από τότε, κάθε νύχτα τον μοιρολογά με πνιχτά αναφιλητά στο μαξιλάρι. Αντώνη μου, αχ Αντώνη, Αντών… Ντών… Γκιών… Μέχρι που την παίρνει ο θρασύς ο ύπνος αγκαλιά. Ώσπου να τον ξαν’ ανταμώσει.

Ένας μεταξοσκώληκας κάνει ωτοστόπ

Τα πρωινά όχι. Τα μεσημέρια όμως, δεν άντεχε να μην κάνει ωτοστόπ. Η ζέστη κόρωνε. Από το σχολείο στο σπίτι, μία ώρα δρόμος. Όσο περίμενε να τον διαλέξει κάποιος οδηγός, ονειρευόταν. Τα όνειρά του ξόρκιζαν το καυτό τώρα. Όλα έδειχναν θαύμα.

Μέσα στο κουκούλι τυλιγμένος, η ζωή περιοριζόταν σ’ αυτά που μπορούσε να φτάσει με τα πίσω πόδια και τα μπροστινά χέρια του. Στα σκοτεινά, εκεί όπου όλα είναι σημαντικά κι άγνωστα μαζί. Εκεί που τα ένστικτα κερδίζουν.

Η μαμά του ήταν η καλύτερη του κόσμου· έτσι έλεγε σε όλους. Τον μεγάλωσε ψιθυρίζοντάς του πως, ακόμα και το σάλιο του είναι πολυτιμότερο κι από χρυσάφι ‒τόσο εκκωφαντικά σπουδαίο τον γαλούχησε. Αν και το κουβάρι της κοινής ζωής τους μικρό: έφυγε νέα. Ταξίδεψε για τη Δύση· χωρίς επιστροφή. Πριν φύγει πρόλαβε και του έπλεξε ένα δεντρόσπιτο, που όμοιό του δεν ξανάδαμε. Τον φίλησε, μ’ εκείνα τα μεταξένια χείλη της, και τον αποχαιρέτησε: «Γιέ μου, να ονειρεύεσαι! Χωρίς κρεβάτι· όρθιος. Πηχτή και διάφανη θα ρέει η ζωή σου».

Και τώρα να τον: μεγάλος και τρανός, έξω από το σχολειό να περιμένει. Διδάσκει στους μικρούς πόσο πολύ μεγάλοι είναι.

Εξοχικό στη Λούτσα

Ξυριζόταν ανελλιπώς κάθε πρωί στο λουτρό, με τα βεραμάν πλακάκια και την κίτρινη πορσελάνινη εντοιχισμένη σαπουνοθήκη. Είχε ασορτί κίτρινο μπουρνούζι και κίτρινες χειμωνιάτικες παντούφλες· για να ταιριάζουν χρωματικά με τη σαπουνοθήκη. Δεν τον ένοιαζε να ταιριάζει τα αξεσουάρ του με τα βεραμάν πλακάκια, παρά μόνον με τη σαπουνοθήκη. Ξυριζόταν με ένα φθηνό ξυραφάκι BIC μίας χρήσης επειδή ήταν κίτρινο κι αυτό.

Όσο κοιτούσε τον εαυτό του στον καθρέπτη και τσίτωνε με χειρουργική ακρίβεια μια τον λαιμό και μια τις φαβορίτες του, σκεπτόταν πως έπρεπε να βρει το κουράγιο χθες να πει στον προϊστάμενό του πως, η Μαρίκα έκλεψε τα χρήματα από το ταμείο και όχι αυτός και πως την είδε να τα βουτάει αλλά δεν έχει καμία απόδειξη γι’ αυτό παρά μόνον πως, η Μαρίκα είναι καπάτσα και πως του είχε πει ότι θέλει ν’ αγοράσει –ευκαιρία τώρα που μπήκε στο σχέδιο πόλης‒ ένα μικρό εξοχικό, «Προκάτ καλέ… τι νόμιζες;», στη Λούτσα, για να πηγαίνει με τον Σάββα τον γκόμενο τα σαββατοκύριακα όταν δεν θα έχει τα παιδιά, να κάνει τα μπάνια της και να είναι μαυρισμένη όλον τον χρόνο και όχι με: «Σο λά ρι ουμ χρυσέ μου… τόσο άσχετος είσαι;;»  ‒όπως αυτές στο εξωτερικό που κάθονται κάτω από τις κόκκινες λάμπες σαν τα σουτζουκάκια στα μαγειρεία‒ και να παίζει τον Θανάση της τα λιγότερο ζεστά βράδια στη βεράντα, που θα τη γεμίσει γεράνια και κάτι πολυθρόνες από καλάμια (ή μπαμπού; Δε θυμάμαι ακριβώς) και να έρχεται τις Δευτέρες κατευθείαν από τη Λούτσα στο γραφείο με το ΚΤΕΛ των επτά που έχει αφετηρία και τέρμα στο Πεδίον του  Άρεως, κοντά στο δυαράκι της στα Πατήσια, και με των τρεις να επιστρέφει πάλι εκεί κάθε δεύτερη Παρασκευή για να μην χάνει χρόνο με τον τζουτζούκο της, που δεν έχει αυτήν τη περίοδο δουλειά και μπορεί να μένει εκεί όλη την εβδομάδα για να κρατάει ζεστό το σπίτι ‒να κάνει και καμιά δουλίτσα‒ να ζουν το πάθος τους στις κουκλίστικες γωνιές που θα φτιάξει με μαξιλάρια και ριχτάρια από του Χυτήρογλου που θα πάρει στις εκπτώσεις από την Ερμού, γιατί εντάξει, τα παιδιά της μεγάλωσαν πια, δεν χρειάζεται να τα χαρτζιλικώνει όπως παλιά και πρέπει να κοιτάξει λίγο και τη δική της ζωή και να ζήσει κάτι από τα χαμένα νιάτα που της ξεζούμισε ο αχαΐρευτος πρώην σύζυγός της, αλλά ευτυχώς που επιτέλους έκανε και κάτι καλό για την ίδια και τον έδιωξε από το σπίτι πριν πέντε χρόνια γιατί της είχε φάει τη ζωή και την περιουσία στα μπουζούκια και τις πουτάνες στο Λουτράκι που ξημεροβραδιαζόταν παίζοντας όλα τους τα λεφτά στους κουλοχέρηδες, και που πούλησε μέχρι και τις καλές πιατέλες από την προίκα που της είχε πάρει η μάνα της και την άφησε με άδειο λογαριασμό και σχεδόν ξεβράκωτη να ξεκινήσει πάλι από την αρχή να μαζεύει ρόγα ρόγα τα λεφτά για να ορθοποδήσει και να νοικιάσει αυτό το μικρό διαμερισματάκι, που εντάξει δεν παραπονιέται, καθαρό είναι και καλή σπιτονοικοκυρά έχει, είναι κοντά στο γραφείο και τις συγκοινωνίες για να μπορεί να πηγαίνει μια βόλτα η καψερή με τις φίλες της στον Λαμπρόπουλο να μυρίσουν κανένα αμερικάνικο άρωμα και να αγοράσουν νάιλον κάλτσες ‒από τις ανθεκτικές, στο χρώμα του δέρματος‒ να φάνε και καμιά πάστα στου Φλόκα να γλυκάνουν το μέσα τους από τα φαρμάκια που τις έχουν ποτίσει οι λεγάμενοι, αλλά ας είναι καλά τα βλαστάρια τους που παίρνουν καμιά χαρά από εκεί, γιατί και η Λέλα και η Σούλα λάθος αρσενικά πήραν και πληρώνουν κι αυτές τώρα τα σπασμένα, τουλάχιστον όμως έχει αυτές που είναι στην ίδια ‒και χειρότερη μη σου πω‒ μοίρα μ’ εκείνη και παρηγορείται κάπως, επειδή το μόνο που ήθελε «Δε ζητούσα πολλά… Πολλά ζητούσα;», ήταν να έχει ένα νοικοκυρεμένο σπιτικό κι ένα αυτοκινητάκι, όχι κούρσα, και ένα εξοχικό κάπου να πηγαίνουν τα καλοκαίρια να παίρνουν τον καθαρό αέρα τους, να κάνουν κανένα μπανάκι και τα παιδιά και αν τα οικονομικά τους πήγαιναν καλύτερα να έπαιρναν κι ένα πλαστικό βαρκάκι, σαν αυτό που έχει ο άντρας της Μαίρης από τον 2ο και την πηγαίνει στο Αγκίστρι για ψαράκι, και να έβγαιναν μια-δυο φορές την εβδομάδα –όχι πολλά  λούσα…‒ να έπιναν το κρασάκι τους σε κάποιο ρεστοράν, να έβαζε κι εκείνη τα φορέματά της που τα είχε φάει ο σκόρος από τότε που έκανε τον κανακάρη της και έπειτα, επειδή δεν την πήγαινε πουθενά ο άχρηστος, να έβγαζαν κι ένα καλό σχολείο τα παιδιά για να έχουν μια σίγουρη δουλίτσα όπως εκείνη, που φρόντισε να είναι μόνιμη στο δημόσιο γιατί έβλεπε πως ο τεμπέλης ξυπνάει για πρωί στις τέσσερις το μεσημέρι όταν επιστρέφει εκείνη από τη δουλειά και κοιμάται –αν κοιμάται στο σπίτι‒ μετά τις έξι το χάραμα που σηκώνεται εκείνη για να πάει στην υπηρεσία να φέρει ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι, που, δε λέει, καλά τα σχολεία και τα γράμματα αλλά αν δεν έχεις τις διασυνδέσεις και τις γνωριμίες που χρειάζονται, όπως εκείνη δηλαδή που στάθηκε τυχερή ‒τουλάχιστον σ’ αυτό‒ επειδή στην αρχή ο χαραμοφάης κέρδιζε κιόλας, κι αυτές τις φορές την έβλεπε ο ήλιος τις Κυριακές και το φεγγάρι τα Σαββατόβραδα που την έβγαζε στα μπουζούκια ν’ ακούσουν τη Μαρινέλλα και τον Τόλη ‒που πολύ της άρεσε σαν άντρας‒ και γνώρισε κι εκείνη κάποιους από την υψηλή κοινωνία ‒φίλους του ακατανόμαστου‒ που έπαιζαν τα λεφτά από τα καράβια τους στα «καζίνα» και μετά τα σκόρπαγαν στα πιάτα και τα γαρύφαλλα στις πρώτες πίστες της Αθήνας με τα μεγαλύτερα ονόματα στις μαρκίζες, και έτσι κι εκείνη από το γινάτι της που ο άλλος την παράταγε και ξενοκοιμόταν, πλεύρισε κανά-δυο χωνεμένους στην κυβέρνηση «Πολιτικάντηδες παιδί μου…», τους έταξε την ψήφο της για να της κάνουν το ρουσφέτι και να βολευτούν όλοι, και ευτυχώς(!) να λες που της είχε κόψει και δεν τους ζήταγε χρυσαφικά και γούνες σαν τις άλλες χαμένες αλλά μια θεσούλα στο δημόσιο να βγάζει τα δικά της λεφτουδάκια και να μην έχει κανέναν ανάγκη, επειδή έβλεπε πως τους πηγαίνει στον γκρεμό ο μπεκρής άντρας της και δεν είχε όρεξη να καταλήξει στα παγκάκια να του κάνει παρέα, γιατί εκείνη άλλα είχε ονειρευτεί…«Αααχ, περνούσα εγώ έξω από τους σινεμάδες και φυσούσα… μποφόρ», και αλλιώς της τα έφερε η ζωή, αλλά δεν είναι από αυτές που κάθονται με σταυρωμένα τα χέρια και δεν βουτάνε τις ευκαιρίες από τα μαλλιά, και τώρα που είπε μαλλιά, να θυμηθεί να κλείσει ραντεβού στη Νίτσα να της περάσει τη βαφή…

Αντί αυτών, παραδέχτηκε συγκαταβατικά στον προϊστάμενό του πως τα χρήματα ήταν δική του ευθύνη, και εφόσον λείπουν από το ταμείο θα τ΄ αντικαταστήσει παρ΄ αυτά.

Ηρωίνα

Λεπτομέρεια: το βλάψιμο των ματιών του. Μια ανυπομονησία μαζί και φόβος, για κάθε τι που θα φέρει η ζωή ‒κάθε στιγμή της‒ διάχυτα, έκδηλα, ευκρινέστατα. Όλα εκεί στα μάτια του αποτυπωμένα. Όταν τον αντίκρισα, η αμηχανία με καθήλωσε.

Έτυχε να δουλέψει για μια εβδομάδα στο απέναντι σπίτι από το δικό μας. Μια μέρα χρειάστηκε ένα πριόνι και μας χτύπησε το κουδούνι: «Είμαι το παιδί από απέναντι που κάνει δουλειές». Έτσι μας συστήθηκε. Μου ρήμαζε την ψυχή. Όνομα δεν είχε; Γιατί δεν συστηνόταν με τ’ όνομά του; Ποια ηρωίδα του το έκλεψε; Ποια ηρωίνη του το σάπισε;

Σχεδόν όμορφος· ακόμη. Και πολύ νέος. Παρά το εσωτερικό γήρας του. Ντροπαλός, ταπεινός κι ευγενικός. Μα πόσο ευγενικός… Θα έλεγες πως από κάποιο σκηνοθετικό λάθος κατοίκησε τον κόσμο αυτόν. Πώς δεν είναι για εδώ…

Και μικρός ήταν διαφορετικός. (Μας μίλησαν γι’ αυτόν ‒με οίκτο‒  κάποιοι καλοθελητές συντοπίτες. Χωρίς να τους ρωτήσουμε).  Σε όλους φάνταζε κάποτε αλλιώτικος. Θες η αύρα, το στήσιμο του σώματος, μία κάποια (χαμένη τώρα πια) λάμψη από μέσα… Ο καθένας είχε δει σ’ αυτόν κάτι θαυμαστό και ζηλευτό. Κι εκείνος, φορτωμένος προσόντα για το ‘άλλο’, το μεγαλύτερο: ανίδεος, απροβάριστος.

Άρχισε να στολίζει το κορμί του με μελάνια. Ξεκίνησε από τα χέρια· κι ύστερα έσταξε μελάνι παντού. Κι εκεί που πονά πιο πολύ, το περισσότερο.  Να κρυφτεί πίσω τους. Να μη βλέπει κανείς, ό,τι ήταν τέλος πάντων αυτό που έβλεπε.

Εξαφανίστηκε, περιπλανήθηκε, αργόσβηνε καθημερινά. Πήγε σ’ ερημιές, βούλιαξε, ένιωσε γίγαντας, πως όλα είναι εντάξει, πως όλα θα πάνε καλά. Τρυφερές αγκαλιές που στερήθηκε, μανάδες και πατεράδες παρόντες παντού. Έμεινε άστεγος, αδέσποτος.

Μια νύχτα ξύπνησε δίπλα στην πρωταγωνίστρια του έργου του. Εκείνη είχε πεθάνει προ ημερών. Είχε αρχίσει η σήψη: βρομούσε. Κανείς δεν ξέρει τι δεν άντεξε το παιδί από απέναντι περισσότερο: τη βρόμα ή το θάνατο…

Τώρα δουλεύει μεροκάματα στη γη. Σε δέντρα και σε κήπους. Τους δίνει ζωή· ή άραγε τους παίρνει;

Πόσο είναι το καθόλου;

-Κι αν πονέσω;
-Κι αν δεν πονέσεις;
-Τόσο το καλύτερο. Αν όμως πονέσω; Σίγουρα δε θα πονέσω λίγο.
-Και γιατί είναι σίγουρο αυτό;
-Όταν πόνεσα, πόνεσα πολύ.
-Δηλαδή, ή καθόλου ή πολύ; Μόνο έτσι ξέρεις να πονάς;
-Ακριβώς.
-Και όταν δεν πονάς καθόλου, είναι γιατί δε ζεις καθόλου;
-…
-Δε μου απάντησες.
-Δε μου χρειάζεται να πονάω για να δείχνω ζωντανός.
-Μα και βέβαια όχι. Αλλά η ζωή αυτό ξέρει να κάνει καλά και δίχως διακρίσεις. Όταν έρχεσαι πονάς, όταν φεύγεις πάλι πονάς. Ενδιάμεσα… εκεί κι αν πονάς. Όλοι οι πόνοι, της αγάπης είναι παιδιά.
-Όταν δεν είσαι δεμένος με τίποτα και κανέναν, ζεις ελαφρύτερος. Πονάς λιγότερο.
-Μα καταλήξαμε σ’ αυτό. Εσύ δεν πονάς λίγο ή λιγάκι ή περίπου πολύ ή υποφερτά. Εσύ ή πολύ ή καθόλου. Και για να καταλάβω… όταν λες ‘καθόλου’ εννοείς πως πονάς τόσο όσο το καθόλου;
-Μα δεν πονάει το καθόλου.
-Εμένα με πονάει. Πολύ.
-Δηλαδή πώς;
-Μένουν κομμάτια μου στ’ αζήτητα. Ξεχνιούνται. Σκληραίνουν και γίνονται στο τέλος κάλοι. Κι o κάλος πρέπει να κοπεί. Κι αυτό πονάει: επειδή το άφησες να γίνει, επειδή κόβεται και επειδή μένει εκεί ένα κενό. Γι’ αυτό.
-Γι’ αυτό κι εγώ φροντίζω, εδώ και χρόνια, να προφυλάσσω τα κομμάτια μου. Κι έτσι, καθόλου δε φοβάμαι.
-… Δηλαδή, πόσο καθόλου;

Στη βεράντα

Η Λίζα τα καλοκαίρια, κάθε που νύχτωνε, κι εφόσον είχε τελειώσει τις δουλειές της, έβγαινε στη βεράντα. Έπαιρνε για συντροφιά τα τσιγάρα κι ένα ποτήρι κρασί και καθόταν απέναντι από την ολάνθιστη κλαίουσα. Εκεί, στο σκοτάδι, συγχρωτιζόταν με τους βραδινούς ‒σχεδόν απόκοσμους‒ ήχους, και τις μυρωδιές της υπόλοιπης φύσης.

Μία απ’ αυτές τις νύχτες ήταν γλυκιά και δροσερή, περισσότερο ήσυχη. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά κι άδειασε μέσα της αυταρχικά, το κρασί από το ποτήρι. Τότε ήταν που, χωρίς προειδοποίηση καμία, ρούφηξε λαίμαργα μαζί κι ένα αστέρι. Το κατάπιε ολόκληρο, με την τελευταία γουλιά. Αμάσητο, ατόφιο.

Το υπέρλαμπρο αστέρι πάσχιζε να χωνευτεί. Λαμπίριζαν τα σωθικά της. Φώτισε όλη η βεράντα. Το σπίτι. Η γειτονιά. Η πόλη κι η χώρα όλη. Το φως τρωγόταν με τα μέσα της. Φούντωνε τη Λίζα. Το αστέρι τώρα είχε αρχίσει να γίνεται λάβα. Μαύρη κι αχώνευτη. Πέτρωνε, σκοτείνιαζε ο τόπος.

Σηκώθηκε τότε, πήγε κάτω από την κλαίουσα που χόρευε ρυθμικά. Έσκυψε κι έβαλε τον δείκτη του χεριού της μέσα στο στόμα.  Ξέρασε μια μαύρη πέτρα. Σήκωσε το κεφάλι, κοίταξε τον ουρανό και είπε: «Μαύρα θα σας κάνω, σαν αυτό, αν μου ξαναδοθείτε έτσι απλόχερα», κι έκατσε να τελειώσει το τσιγάρο της.

 

(Το συγκεκριμένο διήγημα διακρίθηκε στο διαγωνισμό με θέμα «Φως» του bythebook και έχει συμπεριληφθεί στο συλλογικό έργο. https://goo.gl/XJgUQy )

Χυδαίος καιρός

Ελιά στην ελιά, η φλόγα κρυφή. Ο Ιάρρυθμος απέναντι στο τζάκι συλλογίζεται αυτούς που κρυώνουν. Δε νοιάζεται να ζεσταθεί ο ίδιος, παρά μόνον πώς δε θα κρυώνει κανένας. Συζεί τρία χρόνια τώρα με μιαν αρρώστια που ούτε το όνομά της δεν έμαθε να προφέρει. Σκοτεινή, όλο μυστήριο.

Στα δεκαέξι του φτασμένος, δεν ξενυχτά με τους φίλους του, δε βγαίνει ραντεβού, δε λέει ψέματα, δεν παίζει μπάσκετ, δεν κάνει κοπάνα από το φροντιστήριο. Κάνει ό,τι του λένε οι θεράποντες. Κάθε φορά και κάτι καινούριο. Ούτε στο σχολείο είναι τακτικός ‒δυστυχώς‒ επειδή του συνιστούν να πολεμά τα βλαμμένα κύτταρα τις πρωινές ώρες. Μου τις σύστησε ως Ακτίνες Χ. Επειδή είναι υπερ-ήρωας. Επειδή μπορεί, έτσι σπάνιος που είναι.

Ο Ιάρρυθμος, εκτός από πειραματόζωο, είναι αριστερόχειρας, έχει δυο μελιά μάτια, μια συλλογή από ποδήλατα μινιατούρες, μία μικρή αδελφή και πολλά όνειρα. Επίσης, δε θέλει να κρυώνει κανείς τον χειμώνα: άστεγοι, άποροι, πρόσφυγες, κανείς μας. Οι γιατροί του είπαν πως έχει ένα μήνα ζωής. «Θα έχει γλυκάνει ο καιρός μέχρι τότε», σκέφτηκε.