Σκληρές σταγόνες

Μια ημέρα, επιτέλους περισσότερο υγρή και μουντή, (θα έβρεχε ή όχι, λίγη σημασία έχει) ο κύριος Κάπα ωμέγα σίγμα ταυ άλφα σίγμα τελικό θα έπαιρνε την ομπρέλα μαζί του φεύγοντας από το σπίτι. Θυμήθηκε, εντελώς τυχαία (;), πως την είχε αγοράσει από έναν πλανόδιο σε ένα ταξίδι του και πως ήταν η πιο αγαπημένη (ομπρέλα) που είχε κρατήσει στα χέρια του.

Μετά τον πλανόδιο, σκέφτηκε εκείνο το μοναδ(χ)ικό ταξίδι. Σ΄ εκείνην την πόλη πριν τρία χρόνια· που μύριζε νίκελ, μέταλλο, ατσάλι και κολόνια. Οι άνθρωποί της μύριζαν ανθρωπίλα, η πόλη όμως μοσχοβολούσε σίδερο και αρωματικό χώρου. Είχε ταξιδέψει μόνος για εκεί, ελπίζοντας πως θα κάνει φίλους όταν φθάσει. Ο πρώτος φίλος που έκανε στις δέκα μέρες ήταν ο πλανόδιος (επειδή αντάλλαξαν πάνω από τρεις κουβέντες· στην αγοραπωλησία) και η αμέσως επόμενη φίλη του, η ομπρέλα. Με την τελευταία (και μόνον) κρατά ακόμη στενές επαφές.

Πάντοτε, ημέρες σαν την σημερινή, την αναζητά και θέλει βγαίνοντας από το σπίτι, να την κρατά σφιχτά στο χέρι του. Η ομπρέλα του έφερνε στο μυαλό (εκτός από το ταξίδι που πάντα πρωτοθυμάται), καλοκαιρινές αμμουδιές, τα χάρτινα διακοσμητικά που έβαζαν στα κοκτέιλ στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα στην Ζάκυνθο που είχε πάει (τις μοναδικές) διακοπές με τους δικούς του, κατάλευκες Κινέζες στον Παρθενώνα που συνάντησε στην εκπαιδευτική εκδρομή της τετάρτης δημοτικού, κομψές Ροδίτισσες (που για κάποιο λόγο του είχε αποκαλύψει συνωμοτικά η μάνα του πως ψάχνουν γυναικολόγους για γάμο), τις σπασμένες ακτίνες του κίτρινου ποδηλάτου του, καμιά φορά και μπανέλες ‒σαν αυτές που είχε το ξηλωμένο σουτιέν της δεύτερης ξαδέρφης του στο χωριό και την τσιμπούσαν κάτω από τη μασχάλη‒ καθωσπρέπει κυρίες στο Κολωνάκι έξω από βιτρίνες με πανάκριβα παπούτσια να στηρίζουν το ένα χέρι επάνω τους, θεωρίες και ιδέες κάτω από την ίδια ομπρέλα (κάπου το είχε ακούσει αυτό και του άρεσε), κρυμμένα όπλα στον άξονά της για λογαριασμό κρατικών δολοφόνων (που είδε σε κάποιο μουσείο στο εν λόγω ταξίδι), τη Μαίρη Πόππινς και τον Αστυνόμο Σαΐνη να προσγειώνονται, τις πράσινες γαλότσες που του είχε κάνει δώρο ο πατέρας του (το πρώτο και τελευταίο) για να μαζεύει ελιές, βροχές, βροχές, βροχές, τα ουράνια τόξα που κυνηγούσε μικρός, συναχωμένες μύτες και ξυλιασμένα πόδια, το παράθυρο στο γυμνάσιο που έσταζε και διέκοπτε το μάθημα της κυρίας Πι έψιλον ταυ άλφα σίγμα τελικό, τη λακκούβα με το λασπωμένο νερό που είχε αδειάσει επάνω του (όσο περίμενε στη στάση το λεωφορείο για να πάει στη δουλειά) εκείνος ο βιαστικός οδηγός (αυτό το γαϊδούρι), και άλλα πολλά…

Μ΄ αυτά και μ’ αυτά, ούτε που κατάλαβε πως πέρασε κι αυτή η μέρα, παρέα με την ομπρέλα. Το φθινόπωρο είχε γίνει η αγαπημένη εποχή του. Ερχόταν και βροχερός χειμώνας, όπως είχαν προβλέψει… Ένιωθε ήδη πολύ-λίγο μόνος.

Ο παππούς και ο Γιάννης

Έτρεχε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Πηδούσε ξύλινους φράχτες, λακκούβες με πρωτοβρόχινο νερό. Προσπερνούσε καμήλες, καρότσες, πραματευτάδες. Είχε έρθει ο Μιχάλης και έπρεπε να τον δει και να του μιλήσει. Να δει με τί μοιάζουν οι γενναίοι· ο μεγάλος του ξάδερφος. Είχε μάθει πως ήταν τραυματισμένος στο μέτωπο πολεμώντας. Είχε οικογένεια πίσω στην Αθήνα. Και τώρα είχε έρθει να δει τους θείους του στη Σμύρνη.

Λίγες μέρες πριν, ο Γιάννης είχε χάσει πατέρα και παππού μέσα σ’ ένα μήνα. Είχε χάσει δύο πατεράδες. Ο παππούς ήταν αυτός που τον μεγάλωσε, όταν η μάνα του πέθανε στη γέννα της μικρής αδερφής του. Η οποία κι αυτή πέθανε στην έλλειψη της μάνας. Κι ήταν μόλις δεκατριών χρόνων τώρα. Ορφανός, ανήσυχος και άδειος.

Τον πήρε ο θείος Στέφανος στο καφενείο του στον κεντρικό δρόμο του χωριού. Το σπίτι που θα έμενε, από πάνω. Έβλεπε όλων των λογιών τους εμπόρους και τα καλά του κόσμου που μετέφεραν. Από το μπαλκόνι του έβλεπε και το πράσινο ψηλά και το μπλε χαμηλά, μέχρι που αυτό χανόταν στον ορίζοντα. Αυτός ήταν ο δικός του κόσμος. Καμιά φορά τον έπαιρναν στ’ αμπέλια και τα χωράφια για να μαθαίνει πώς βγαίνει η σταφίδα και πώς τα καπνά. Τώρα όμως όλα αυτά δεν ήταν αρκετά. Είχε έρθει ο Μιχάλης και ήθελε να κοιτάξει μέσα από εκείνον· εκεί που δεν έφταναν τα δικά του μάτια.

Τον περιεργαζόταν, σώπαινε. Κοιτούσε μια αυτόν μια τους συγγενείς του. Είχαν στρώσει στο μεγάλο τραπέζι έξω από το μαγαζί και έπιναν κρασί για το καλωσόρισμα. Ανέπνεε βαθιά να πάρει κουράγιο και γέμιζαν τα ρουθούνια του κανέλλα που έξυνε η θειά Σοφιά πάνω από την κατσαρόλα.  Ετοίμαζε το αγαπημένο του Μιχάλη. Σουτζουκάκια, σμυρναίικα.

Για μια στιγμή, ο Μιχάλης τον κοίταξε με μια δόση τραχιάς γλύκας και τότε σαν να του έδωσε λίγο από το θάρρος του. Αλλά και πάλι… Μιλούσαν οι μεγάλοι. Δεν μπορούσε να διακόψει. Τον ρωτούσαν σοβαρά και με λαχτάρα να τους πει για τον πόλεμο, για τους εχθρούς. Ποιό ήταν το σχέδιο της Αθήνας τώρα που ήρθε στη Σμύρνη ο ελληνικός στρατός. Τον καταβρόχθιζαν. Δεν υπήρχε χώρος για τις ερωτήσεις του Γιάννη. Βρήκε μια γωνιά στην άκρη του μαγαζιού και τους παρατηρούσε. Τους  άκουγε προσεκτικά παρ’ όλο που δεν ήξερε να υπολογίσει τη σημασία όσων έλεγαν. Μετρούσε μόνο τα πρόσωπα τους, ζύγιαζε τη γλώσσα του σώματός τους.

Έμοιαζε αιώνας μέχρι όλα να τελειώσουν. Και το φαγητό και το κρασί σαν από παραβολή· ατελείωτα. Σηκώθηκε επιτέλους ο Μιχάλης να πάει στην κάμαρα που του είχαν ετοιμάσει, να ξαποστάσει μια στάλα. Έτρεξε πίσω του, κι αυτή τη φορά θα ρωτούσε. Δε θα είχε άλλη ευκαιρία. «Μιχάλη, θα τα καταφέρω μόνος στην Αθήνα;», είπε λαχανιασμένος. Δεν περίμενε απάντηση. Αυτήν, την είχε· μέσα του. Κάποιο καιρό τώρα.

Τρεις μέρες μετά μπήκε στο ατμόπλοιο «Αδριατικός». Τι κι αν ο θείος Στέφανος και η θειά Σοφιά προσπάθησαν να τον συνετίσουν. Το καφενείο, τα αμπέλια και τα καπνά δεν μπορούσαν να τον κρατήσουν πια. Ήθελε να κάνει το σάλτο. Να ξεκινήσει τη δική του αρχή, να αμολήσει τις δικές του ρίζες. Να γίνει πατέρας και παππούς. Να γίνει πολλές φορές πατέρας.

Ο ελαιοχρωματιστής

Ο Σωτηράκης από μικρός βοηθούσε στις αγροτικές δουλειές. Με κρύο ή ζέστη, στην Ήπειρο τα ξινά ευδοκιμούσαν. Δίπλα στους παππούδες μάθαινε τη γη. Κλειστό παιδί και ήσυχο. Δεν τραβούσε στα γράμματα και τον έστειλαν σ’ έναν θείο να μάθει την τέχνη του ελαιοχρωματιστή.

Του άρεσε ν’ ασπρίζει, να μεταμορφώνει τους τοίχους, να τους βλέπει να παίρνουν ζωή. Του άρεσαν και τα χρώματα, πολύ. Έγινε καλός. Μεγαλώνοντας δούλευε μόνος. Πήρε και μια γυναίκα από το χωριό. Όμορφη και παχουλή. Χόρεψαν Καζαντζίδη στους αρραβώνες· που τον άκουγε και στη δουλειά και τον ταξίδευε.

Έκαναν μια κόρη. Όμορφη και όχι παχουλή. Μετακόμισαν στην Αθήνα γιατί οι δουλειές στην Ήπειρο λιγόστευαν. Έπρεπε να πάει και το κορίτσι σε μια σχολή… Να μάθει μια τέχνη. Όταν πια έπιασε δουλειά στο κομμωτήριο και τακτοποιήθηκε κι εκείνη, ησύχασε ο Σωτηράκης.

Αγόρασαν με τον καιρό κι ένα εξοχικό κοντά στην Αθήνα. Να πηγαίνουν να πατούν χώμα. Να παλεύει με καμιά δουλειά και ο Σωτηράκης, να ξεχνιέται από τις υποχρεώσεις και τη λησμονιά του χωριού. Όσο περισσότερο αρρώσταινε η γυναίκα του, τόσο πιο συχνά πήγαινε στο εξοχικό. Μόνος. Καθόταν δυο μέρες και μετά έφευγε. Ολιγομίλητος και αφηρημένος. Φιλικός με τους γείτονες. Όταν του μιλούσαν, απαντούσε. Αγαθός, άκακος.

Πάντρεψε την κόρη του, έγινε παππούς, έθαψε τη γυναίκα του. Πέρασαν τα χρόνια. Πάτησε τα εβδομήντα ο Σωτηράκης.  Τώρα πήγαινε συχνότερα στο εξοχικό. Άνοιγε διάπλατα τα παράθυρα που κοιτούσαν στον δρόμο, φορούσε το μαύρο δαντελωτό νεγκλιζέ και το κατακόκκινο κραγιόν του και απολάμβανε χαμογελαστός τον εαυτό του στον καθρέπτη. Από την κουζίνα ακουγόταν Καζαντζίδης.

Τέσσερις, σχεδόν πέντε, γυναίκες

Μια, δυο φορές, σκέφτηκα ν’ ανέβω στη σοφίτα και να κατεβάσω το σεντούκι. Να ξεδιαλύνω ό,τι έχει μέσα. Νυφικά, όπλα, κηροπήγια, κουρελούδες, μάνταλα. Όλα έξω. Να ζήσουν πάλι. Ν’ αναβιώσουν οι μνήμες.

Το νυφικό ημικίτρινο. Της προγιαγιάς Έλλης. Μακρυμάνικο. Αν δεν προσπαθούσε τόσο να γίνει λευκό, δε θα αντιλαμβανόσουν πως πρόκειται για νυφικό. Αυτό, και το βάρος. Όχι τόσο το καθαρό· όσο το βάρος που κουβαλά στις πλάτες του. Δύσκολα τα χρόνια με τον προπάππο Γιώργη. Πείνα, κρασί, παιδιά και ξύλο. Δώδεκα της έκανε. Μα η προγιαγιά Έλλη, σαν το έλατο. Αγέρωχη. Η παλιά στόφα, ήθελε τις γυναίκες όχι μόνο πιο ανθεκτικές, αλλά και περήφανες. Καμία λύπηση. Μα πώς τα κρατούσαν μέσα τους;

Η γιαγιά Πηνελόπη, πιο εκσυγχρονισμένη. Ύφαινε τις κουρελούδες και πήγαινε στις κουφάλες των δέντρων κι ομολογούσε τους πόνους της· να μείνουν μυστικοί. Πείνα, κρασί, χαρτιά, παιδιά και ξύλο. Είχε μεγαλύτερη ποικιλία εκείνη. Ο παππούς, έτρωγε όλα τα λεφτά σε κρασιά και χαρτιά. Κι έτσι δεν προλάβαινε να μπει στο σπίτι ούτε ένα καρβέλι. Από πείνα πέθανε ο Νικολής τους. Γι΄ αυτό και η γιαγιά μου πήρε ένα βράδυ την κουμπούρα, πήγε στο πανηγύρι της πλατείας, βρήκε τον παππού να μπεκροπίνει πρώτος και καλύτερος, και τον σκότωσε. Μπροστά σ’ όλους. Και κανείς δεν είπε τίποτα. Ήξεραν γιατί είχε πεθάνει το παιδί. Κι ο χωροφύλακας ακόμη, τη φυγάδευσε να μην πάει φυλακή. Και της έσωσε και δεύτερη φορά τη ζωή. Την παντρεύτηκε. Και της έκανε δυο αγόρια και δυο κορίτσια.

Η μάνα μου ήταν η μικρότερη. Δουλευταρού κι ευαίσθητη. Μάζευε καπνά και ζύμωνε από εφτά χρόνων. Αυτό θυμάται μέχρι τα δεκατέσσερα που έφυγε από το χωριό για την Αθήνα. Πήρε μαζί της μόνο το μάνταλο της πόρτας. Να μη ξεχάσει την είσοδο· το σπίτι. Η δουλειά κι ο πατέρας μου την κράτησαν σφιχτά. Μετά έκανε κι εμάς… Ευτυχώς, η ‘καλοπέραση’ δεν κληρονομήθηκε. Μόνο το σεντούκι.

Όταν μου το έδωσε στον γάμο μου, έβαλα μέσα ένα κηροπήγιο. Φωτιά στα παλιά και φως για τα καινούρια. Μ΄ αυτό θέλω να πορεύεται κι η κόρη που περιμένω.

Άσπρα

Πέφτει παγωμένο νερό. Έξω πέφτει χιόνι. Ασπρίζουν τα έλατα. Μέσα, η μια καύτρα διαδέχεται την άλλη. Δεν έχει σπάσει το κρύο ακόμα. Το ραδιόφωνο παίζει χαμηλά. Χαλί στη ζωή μας: την εδώ, την τωρινή. Τούτη τη ζωή που ζούμε· στο βουνό, στο πράσινο. Μέσα στα χιόνια. Άσπρα, κάτασπρα, βαμβακερά. Ώσπου να ξημερώσει, δε θα βλέπουμε τίποτε άλλο. Ώσπου να ξημερώσει μια νέα χρονιά.

Κάθε πρώτη του Γενάρη, πρέπει να είμαστε στο βουνό. Να βλέπουμε την άσπρη μέρα. Και τη νύχτα. Τάχα πως θα πάει καλύτερα ο χρόνος. Αυτός ο αλήτης. Ο μάγκας. Ο κλέφτης. Ο λωποδύτης. Που σε μαγεύει κι έπειτα σε ληστεύει. Όπως τότε, που ήμασταν νέοι, περισσότερο νέοι… Και μας υποσχόταν αδιάκοπα όνειρα: γλυκά, δυνατά, τολμηρά. Κι ύστερα ερχόταν βιαστικός κι ανυπόμονος. Για τα ρέστα.

Όμως, να… Δεν το βάζουμε κάτω. Ανεβαίνουμε στα πέδιλα. Κρατάμε τα μπατόν. Παγώνει ο αέρας στα μάτια. Κατεβαίνουμε τους χαραγμένους δρόμους. Τους στρωμένους, κάποιους απάτητους.

Κι όσοι χρόνοι κι αν περάσουν, κι όσοι ανεμοστρόβιλοι απατεώνες χρόνοι, εμείς θ’ ανεβαίνουμε ψηλά. Στις κορυφές. Να κρατηθούμε απ’ το σύννεφο. Να ξεγελάμε τον αλήτη. Αυτόν τον κλέφτη.

Στο υπόγειο

Τρία μέτρα κάτω από το σπίτι τους, έζησαν τριακόσιοι Αρμένιοι. Τότε που έπρεπε να ζουν κρυμμένοι ή αλλιώς να μη ζουν καθόλου.  Από πάνω, δύο κορίτσια μεγάλωναν στους ψιθύρους. Σιωπούσαν φοβισμένα για τις ίδιες και για τους ανθρώπους κάτω από τα πόδια τους.

Ο Παντελής, καλός πατέρας, προεστός, έμπορος, καλοσυνάτος, αντάρτης· επαναστάτης. Ήταν νέος, δίκαιος. Έλληνας του Πόντου. Όχι Αρμένης. Είχε χρήματα και φιλότιμο. Αυτά ήταν αρκετά για να τους φυλάξει στο υπόγειο και να σωθούν. Μέχρι που τον κρέμασαν, για παραδειγματισμό, μια παγωμένη ημέρα στην πλατεία της Σαμψούντας. Είχε προλάβει ωστόσο να ναυλώσει καράβι, λίγο πριν να μπει το ΄19. Τους έκρυψε στα εμπορεύματα που έστελνε στην Κωνσταντινούπολη.

Σώθηκαν κι οι δυο, μικρές ακόμα τότε, κόρες του. Τις ανέλαβε ο αδερφός του. Δραπέτευσαν στη Ρωσία, μετά στην Ελλάδα κι από εκεί στον Καναδά, όπου και εγκαταστάθηκαν. Εκεί γεννήθηκαν δύο εγγόνια του, από τη μία του κόρη. Την ιστορία του γενναίου παππού τους Παντελή, την έμαθαν από τη μάνα και τη θεία τους. Την άκουγαν κι από άλλους ομογενείς. Τώρα πια, όχι ψιθυριστά.

Μετά από είκοσι χρόνια, η Ήρα, η μία εγγονή, πήγε για σπουδές στο Παρίσι. Απέναντι από το δώμα που έμενε, ένας στριφνός, αγέλαστος, τσιγκούνης, βλοσυρός γέρος είχε φούρνο. Όλοι τον φοβούνταν. Λαχταρούσε τις τυρόπιτές του, αλλά στο τέλος του μήνα τελείωναν τα χρήματά της κι έμενε νηστική. Ο γεροτσιγκούνης, ούτε ν’ ακούσει για βερεσέ. Ούτε νέους ήθελε. Έμοιαζε να μη θέλει κανέναν άνθρωπο. Η Ήρα έμαθε πως ήταν Αρμένης.

Μια μέρα που πεινούσε πάρα πολύ, μπήκε μέσα στον φούρνο με φόρα. Μ΄ αυτήν τη ξεδιάντροπη νεανική αφέλεια.  Άρχισε να του λέει τα παράπονά της και πως δεν θα χάσει τα χρήματά του και πως θα πρέπει να τη λυπηθεί που πεινάει και να της δώσει, έστω με πίστωση, κάτι να φάει. Και πως τελικά, είναι ανθρώπινο να πεινά ο διπλανός σου και εσύ να τον βοηθάς. Και πως αυτό το έμαθε από τον παππού της που μπορεί να μην τον γνώρισε αλλά ξέρει πόσο έχει βοηθήσει άλλους που είχαν ανάγκη στην Σαμψούντα. Ειδικά Αρμένιους. Μόνο τότε, ο καμπουριασμένος γέρος σήκωσε το βλέμμα του και τη ρώτησε πώς λεγόταν ο παππούς της. Η Ήρα απάντησε με μια ξελιγωμένη παραίτηση: «Ποιμενίδης».

Τότε εκείνος έκανε δύο βήματα πίσω, γούρλωσε τα μάτια, και σε μια στιγμή είχε πέσει στα γόνατα. Έψαξε το χέρι της, το φίλησε και έκλαψε πολύ. Όσο και τότε. Στο υπόγειο του παππού της.

Μια κλέφτρα στο νερό

Περπατούσε αργά, με σκυμμένο το κεφάλι στην αμμουδιά. Ο πρωινός αέρας μύριζε ιώδιο. Η θάλασσα, έκανε αυτό που ξέρει καλύτερα. Αγκάλιαζε με το κάθε επόμενο κύμα της το προηγούμενο. Αέναα. Ένα απ’ αυτά, είχε φέρει εμπρός στα πόδια του τώρα μία νέα γυναίκα. Γυμνή. Με ένα χαμόγελο κολλημένο στα χείλη της. Με χάλκινα μακριά μαλλιά και όμορφο κορμί. Στο πόδι της ήταν δεμένο με σχοινί, ένα πλαστικό μπουκάλι. Με κάτι μέσα, που έμοιαζε με χαρτί. Αν δεν ήταν μωβ το πρόσωπό της από το θάνατο, ο Μίλτος θα ορκιζόταν πως η γυναίκα αυτή απολαμβάνει τα πρώτα χάδια του ήλιου.

Χωρισμένος πρόσφατα από μια σχέση έντεκα χρόνων, είχε σιχαθεί να κοιμάται μόνος. Κι έτσι, δεν κοιμόταν πολύ. Έκανε μακριές πρωινές βόλτες στην παραλία και σκεφτόταν το μεγάλο έρωτά του· που τον διέλυσε. Είχε σχεδόν αποσυντεθεί. Σαράντα πέντε χρόνων τώρα ο Μίλτος, αδυνατούσε να ξεπεράσει τ’ αξεπέραστα και να τα πιάσει όλα απ’ την αρχή.

Κοίταξε γύρω του ανήσυχος αλλά δεν είδε κανέναν. Σχεδόν σωριάστηκε ανήμπορος δίπλα στο πτώμα και αφέθηκε να κοιτάζει λιγωμένος τη θάλασσα. Άδειος. Σκεφτόταν το βίαιο θάνατο. Έκλεισε τα μάτια του και άρχισε να κλαίει βουβά.

Μισή ώρα μετά, η παραλία είχε γεμίσει περίεργους ανθρώπους, αστυνομία, λιμενικούς, δημοσιογράφους και ένα ασθενοφόρο. Τώρα ο αέρας μύριζε οίκτο. Αφού του έκαναν ένα σωρό ερωτήσεις, τον άφησαν να φύγει. Πήγε κατευθείαν για ύπνο.

Το επόμενο πρωί, αγόρασε εφημερίδα, γύρισε στο σπίτι κι έκατσε στην πολυθρόνα του να πιει καφέ. Στη δεύτερη σελίδα, βρήκε την είδηση. Η γυναίκα είχε πνιγεί τρεις μέρες πριν ξεβραστεί στα πόδια του. Είχαν δημοσιεύσει και το σημείωμα από το πόδι της. Το πρωτότυπο σε φωτογραφία και από κάτω μεταφρασμένο. Άναψε τσιγάρο, ρούφηξε μια γερή γουλιά καφέ και ξεκίνησε να διαβάζει.

«Τον γιο μου τον λένε Αμέλ Χαρασάντ. Είναι πέντε χρόνων. Έχει ένα σημάδι από μαχαίρι στο λαιμό. Είναι στη μαύρη βάρκα που θα μας πήγαινε Χίο. Δε χωρούσε κι εμένα. Τον έντυσα με τα ρούχα μου και του είπα πως εγώ θα πήγαινα κολυμπώντας να τον βρω. Σας παρακαλώ, βοηθήστε τον, μην τον στείλετε πίσω. Δεν έχει μείνει τίποτα πίσω για εκείνον. Ο Θεός να σας έχει καλά. Σερμίν Χαρασάντ».

Σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε το ταβάνι. Το λευκό, κενό, ακούνητο ταβάνι. Παύση. Η στάχτη από το τσιγάρο του είχε πέσει στο πάτωμα. Μύριζε καμένο. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Έμεινε έτσι πολλή ώρα. Μουδιασμένος. Μόλις του είχαν κλέψει την ψυχή.

Συνέχισε να ζει μόνος, σαν φάντασμα, μέχρι το τέλος του.